Menu
22 / 11 / 2019 - 11:35 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 114

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Κεφάλαιο 8

Ελληνική πολιτική κουλτούρα: Προσεγγίσεις, όψεις, σταθερές, σύγχρονες εκφράσεις και τάσεις.

Αναφορά στις πρώτες εμπειρικές έρευνες για την ελληνική πολιτική κουλτούρα τη δεκαετία του 1980 από το ΕΚΚΕ και στις μελέτες που ακολούθησαν. Μεθοδολογικές αδυναμίες και προβλήματα. 

Πραγματολογικά δεδομένα και σκιαγράφηση των αλλαγών στην ελληνική πολιτική κουλτούρα την πρώτη δεκαετία του 2000 σε σύγκριση με αυτή του 1980. Μειωμένη συμμετοχική προδιάθεση και έμπρακτη πολιτική συμμετοχή, όσο προχωρεί η Μεταπολίτευση. Αλλαγές στην ιδεολογική τοποθέτηση και τις αξίες, ιδεολογική εξατομίκευση και απαξίωση των παραδοσιακών συλλογικών μορφών οργάνωσης και των καθιερωμένων διαύλων πολιτικής εμπλοκής. Το «πολιτικό ενδιαφέρον» και η αιτιολόγησή του ως δείκτης ευρύτερης πολιτικής κοσμοαντίληψης και σημασιοδότησης της «πολιτικής». Ποια «πολιτική» ενδιαφέρει, και πώς, τους/-ις ενδιαφερόμενους/-ες; Πώς αντιλαμβάνονται την τελεολογία της πολιτικής;

8.1 Η μελέτη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και οι έρευνες που αποτυπώνουν αλλαγές στα πρότυπα συμμετοχής και την ιδεολογική αυτοτοποθέτηση, μέχρι την πρώτη δεκαετία του 2000.

Στην ελληνική επιστημονική κοινότητα κοινοποιούνται για πρώτη φορά, στοιχεία από εμπειρική έρευνα που αφορούν στην ελληνική πολιτική κουλτούρα το καλοκαίρι του 1988, όταν δημοσιεύονται δεδομένα και πορίσματα έρευνας του 1985, τα οποία απορρέουν από συγκριτικό ερευνητικό πρόγραμμα για την πολιτική κουλτούρα των χωρών της Νότιας Ευρώπης. Πρόκειται για διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχε και το ΕΚΚΕ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) (βλ. ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 69Α, 1988), το οποίο και διεξήγαγε την έρευνα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το πρώτο και πρωτοποριακό ερευνητικό πρόγραμμα, και μάλιστα συγκριτικό, που ακολουθήθηκε το 1988 πάλι από έρευνα του ΕΚΚΕ για την πολιτική συμπεριφορά των γυναικών στην Ελλάδα (βλ. Νικολακόπουλος, Παντελίδου Μαλούτα, 1988, και Παντελίδου Μαλούτα, 1992). Με βάση αντιπροσωπευτικό πανελλαδικό δείγμα 3000 ατόμων, το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα του 1988 αφορούσε στην ουσία, μια διερεύνηση της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας με έμφαση στην έμφυλη διάστασή της. Οι μόνες, κατά βάση, προηγούμενες αναφορές στην ελληνική πολιτική κουλτούρα ως τέτοια, εντοπίζονται στο Τσαούσης, 1982, όπου αναλύονται οι εκλογές του 1981 με στόχο την επισήμανση των μεταβολών στο επίπεδο της ελληνικής «πολιτικής παράδοσης», στο Diamandouros, 1983, όπου αναλύονται οι ιστορικές καταβολές της, και στο Παντελίδου Μαλούτα, 1987, όπου μελετάται η πολιτική κοινωνικοποίηση των εφήβων ως συνιστώσα στην αναπαραγωγή και μετεξέλιξη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Υπάρχουν, βεβαίως, στην ελληνική βιβλιογραφία της εποχής και οι μελέτες του Τερλεξή, 1975, 1976, για την πολιτική κουλτούρα, καθώς και αυτή του Βεντούρη, 1977. Αλλά και οι τρεις έχουν κυρίως χαρακτήρα εγχειριδίου και δεν επικεντρώνονται στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα.

Θα πρέπει να προστεθεί ότι στη σχετική βιβλιογραφία της πρώτης αυτής περιόδου επιβάλλεται να κατατάξουμε όχι μόνο όσες (πολιτολογικές) μελέτες αναφέρονται έκδηλα σε αυτήν, αλλά και άλλες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς να χρησιμοποιούν καν τον σχετικό όρο, αποτελούν απαραίτητες συμβολές στη διερεύνηση των παραγόντων και των όρων διαμόρφωσης, αναπαραγωγής και μετεξέλιξής της. Αναφέρομαι σε ιστορικές προσεγγίσεις και κοινωνιολογικές αναλύσεις, ιδιαίτερα σε ορισμένες του Τσαούση (1971, 1982, 1983) και του Τσουκαλά (1977, 1981, 1983), σε καθαρά πολιτολογικές που όμως βασίζονται σε άλλη, επιμέρους, αλλά κεντρική για το θέμα μας προβληματική, όπως του Χαραλάμπη, 1989 και του Μοσχονά, 1994, καθώς και σε σειρά από ανθρωπολογικές μελέτες (της εποχής και προγενέστερες, όπως είναι οι πρωτοποριακές της δεκαετίας του 1960, αλλά και μεταγενέστερες) που είναι εξαιρετικά χρήσιμες για τον εντοπισμό όψεων των πολιτισμικών εκφράσεων στο πολιτικό πεδίο: όπως, για παράδειγμα, κείμενα του Herzfeld, 1986, 1992, της Hirschon, 1992, της Du Boulay, 1976, κ.ά.π.

Αν όλες οι παραπάνω αποτελούν τις πρώτες προσεγγίσεις στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, ο πολλαπλασιασμός που παρατηρήθηκε στη συνέχεια διατήρησε εν πολλοίς και την τομή -χαρακτηριστική από την πρώτη περίοδο στην ελληνική βιβλιογραφία- η οποία υπάρχει και διεθνώς στις σχετικές μελέτες, μεταξύ όσων υιοθετούν εμπειρική προσέγγιση με χαμηλή όμως θεωρητική εξάρτυση, και όσων αντίθετα ακολουθούν στοχαστική ή ιστορική προσέγγιση με μικρή ή ανύπαρκτη εμπειρική τεκμηρίωση (Βλ. και παρακάτω Κεφάλαιο 8.2). Στη σχετική τάση κυρίαρχο στην ελληνική βιβλιογραφία υπήρξε το σχήμα του Διαμαντούρου, 2000, στο οποίο όπως ήδη είδαμε, αναφέρονται περισσότερο ή (κυρίως) λιγότερο, κριτικά πολλοί/-ές μεταγενέστεροι/-ες. Στην κατηγορία των έκδηλων αναφορών της πρώτης περιόδου στην ελληνική πολιτική κουλτούρα θα πρέπει να σημειωθεί και η εισφορά του Καφετζή (κυρίως, 1988 και 1994), ο οποίος επιτυγχάνει το συνδυασμό εμπειρικής και θεωρητικής προσέγγισης, καθώς και αυτή του Δεμερτζή, 1989, 1990 και 1994, ο οποίος, αντίθετα, ασκεί κριτική σε αυτό που αποκαλεί «εμμονή στις ποσοτικές μεθόδους» (1994, σ.18).

politismiki pantelidou 115

Αργότερα, αν περιοριστούμε πλέον σε πολιτικούς επιστήμονες με σημαντικές συμβολές στη μελέτη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και έκδηλη αναφορά στο θεωρητικό πλαίσιο που την αφορά, θα πρέπει να προσθέσουμε τη δουλειά του Βούλγαρη (κυρίως, 2006, 2007, 2008), της Κακεπάκη, 2006, 2006β, του Καφετζή, 2008, του Μεταξά, 2008, αλλά βεβαίως και πολλών άλλων μελετητών/-ριών που αναφέρονται σε επιμέρους όψεις της. Όπως είναι η διάκριση Αριστερά Δεξιά, η εκλογική συμπεριφορά και οι μεταβολές της, η μεταβλητή του φύλου και οι πολιτισμικές εκφράσεις της με πολιτική σημασία, οι νέες μορφές πολιτικής παρέμβασης και οι κινηματικές εκφράσεις της κοινωνίας πολιτών, η επίδραση των ΜΜΕ στη διαμόρφωση στάσεων, οι τάσεις ιδιώτευσης των πολιτών, κ.ά. Μελέτες στις οποίες, χωρίς ενίοτε να κατονομάζεται η ελληνική πολιτική κουλτούρα ως τέτοια, ούτε να υιοθετείται πολιτισμική προσέγγιση της πολιτικής διαδικασίας, υπάρχει, εντούτοις, έμμεση αλλά σημαντική εισφορά στη μελέτη της. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο, και για τις εκδόσεις του ΕΚΚΕ, όπου πολλοί/-ές μελετητές/ριες αναλύουν τα πλούσια στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS/EKKE)[110]. Βλ. Καφετζής, Μαλούτας, Τσίγκανου, 2007 και Τσίγκανου, 2010.

Αν στραφούμε στην πραγματικότητα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, και όχι πλέον στη μελέτη της και τις προσεγγίσεις που την αφορούσαν και την αφορούν, θα πρέπει πρωταρχικά να υπογραμμίσουμε το εξής: Οι αλλαγές που παρατηρούνται διεθνώς -με επικέντρωση στην Ευρώπη- στα πρότυπα συμμετοχής των πολιτών τις τελευταίες δεκαετίες και καταγράφονται ποικιλοτρόπως στη διεθνή βιβλιογραφία, με έμφαση συνήθως στη νεολαία και τις αλλαγές που εντοπίζονται πρωτίστως στα δικά της πρότυπα πολιτικότητας, εκφράζονται και στην ελληνική πολιτική κουλτούρα κατά συγκεκριμένο τρόπο. Πρόκειται πρωτίστως για τη μείωση σε όλες τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής συμμετοχής, με παράλληλη μείωση στην κομματική ταύτιση, με τους πολίτες να μοιάζουν όλο και πιο απομακρυσμένοι/-ες από την πολιτική, ενίοτε κινητοποιούμενοι/-ες, κυρίως, ad hoc για επιμέρους θεματικές, με βάση διαχωρισμούς που είναι όλο και πιο μακρυά από τις παραδοσιακές κοινωνικοπολιτικές τομές[111]. Απομάκρυνση από την πολιτική διαδικασία που επέτρεψε σε ορισμένους μελετητές να αναφερθούν ακόμη και στη «διακυβέρνηση του κενού» («ruling the void») που δημιουργείται με το άδειασμα της δημοκρατίας από τους φορείς της: τους/-ις πολίτες ( Mair, 2013).

Αν δε επικεντρωθούμε ιδιαίτερα στους/ις νέοι/ες, αυτοί/-ές διεθνώς υιοθετούν σταδιακά νεωτερικές μορφές πολιτικής παρέμβασης, διότι αυτές προσλαμβάνουν ως πιο άμεσες και πιο αποτελεσματικές (Dalton, 2008, Sloam, 2013), κάτι που στην ελληνική πολιτική κουλτούρα παρατηρείται με σχετική καθυστέρηση, εντονότερα προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 2000 και κορυφώνεται στην κρίση.

politismiki pantelidou 116

Όλα τα παραπάνω προδίδουν μια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη για την ιδιότητα του πολίτη, αλλά και γενικότερα στη συνολική κοσμοαντίληψη, ακόμη και στην τελεολογική πρόσληψη της πολιτικής ως κοινωνικής διαδικασίας. Γνωρίζουμε πράγματι με βάση πορίσματα του Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS/ΕΚΚΕ) τις αλλαγές που παρατηρήθηκαν την ίδια περίοδο στην πολιτική πρόσληψη και στους προσανατολισμούς των πολιτών στην Ευρώπη, ως αντίδραση στις αλλαγές της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας: Πολιτική αποξένωση, κομματική αποταυτοποίηση, πολιτικός κυνισμός, απόρριψη των πολιτικών, αμφισβήτηση των θεσμών αντιπροσώπευσης κ.λπ., που τεκμηριώνονται με στοιχεία αδιαμφισβήτητα. Παράλληλα, γενικότερες αξιακές μεταβολές {βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 6.2 περί μεταϋλιστικού προτύπου (Inglehart,1977)}, αλλά και η βαρύτητα των ατομοκεντρικών θεωρήσεων στο πλαίσιό τους, «ωθούν» τους/ις πολίτες, και στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, προς την απομάκρυνση από την καθιερωμένη, τουλάχιστον, πολιτική και όλες τις εκφράσεις της και την έκδηλη στροφή στην ιδιώτευση (Τσουκαλάς, 2010, Μεταξάς, 2008, Καφετζής, 2008). Ιδιώτευση που συνοδεύεται από αύξηση στον κυνισμό και την αίσθηση ματαιότητας. Ο Νικολακόπουλος, 2007, σ. 69, παρατηρεί ότι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η σταδιακή αποχώρηση των ιστορικών ηγετών και η μεγάλη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού στο ελληνικό πολιτική προσκήνιο, συντελούνται σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από σταθερά μειούμενο πολιτικό ενδιαφέρον, αυξανόμενο πολιτικό κυνισμό και δραστική άμβλυνση των ιδεολογικών διαφορών μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Περιγράφει δηλαδή νέες συνθήκες στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, που την απομακρύνουν από όσα θεωρούσαμε ως θεσμικά και πολιτισμικά δεδομένα στη Μεταπολίτευση.

Τελικά γενικεύοντας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αφενός η ιστορικά διαμορφωμένη πολιτική κουλτούρα της κοινωνίας οριοθετεί το συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο που επιδρά στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων κατά τρόπο ώστε να συμβάλλει στη διαμόρφωση περισσότερο ή λιγότερο συμμετοχικής πολιτικής συμπεριφοράς, ενώ καθορίζει και άλλες πολιτισμικές παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων τα υποκείμενα κοινωνικοποιούνται με αντίστοιχα μηνύματα. Και αφετέρου το ευρύτερο πολιτισμικό κλίμα της περιόδου συνδέεται με την πολιτική και οικονομική συγκυρία και τις ερμηνείες της, και καθορίζει το βαθμό στον οποίο διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και κοινωνικές κατηγορίες –με κεντρικό παράδειγμα τη «νεολαία»– διαμορφώνουν σχετικές πολιτικές προδιαθέσεις. Χαρακτηρίζονται, δηλαδή, είτε από ιδιώτευση και από μειωμένη διάδοση μιας συνολικής κοσμοαντίληψης στο πλαίσιο της οποίας αποδίδεται βαρύτητα στη συλλογικότητα, και σημασία στην από κοινού διαχείριση του μέλλοντος όλων, είτε, αντίθετα, από τάσεις εμπλοκής «νέου τύπου» στην πολιτική διαδικασία, κάτι που εκφράζει την αισιοδοξία των νέων (αλλά ενίοτε και την απόγνωσή τους) για τη δυνατότητα (συνήθως επιμέρους) κοινωνικών μεταβολών.

Ο ρόλος και η σημασία της πολιτικής κουλτούρας στη λειτουργία της πολιτικής διαδικασίας σε μια κοινωνία είναι φανερά και στο ότι είναι εύλογο πως, ανάλογα με τις ιστορικές εμπειρίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε κοινωνίας, διαφοροποιούνται οι δομές όπου μπορούν να διοχετεύουν οι πολίτες τη συμμετοχή τους στην πολιτική διαδικασία, από τις πιο παραδοσιακές, όπως είναι τα πολιτικά κόμματα, έως νεωτερικές, όπως είναι τα διάφορα κοινωνικά κινήματα, τα οποία επέφεραν σημαντικές αλλαγές στους καθιερωμένους τύπους πολιτικής συμμετοχής, ή, πιο πρόσφατα, άλλες, άλλου τύπου οργανώσεις περισσότερο ή λιγότερο εμφανούς πολιτικότητας. Η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα (μπορεί να) ερμηνεύεται και (να) μετουσιώνεται στο πολιτισμικό πεδίο διαφορετικά, ανάλογα με προϋπάρχουσες στάσεις. Διαφοροποιούνται, επίσης, οι μορφές (περισσότερο ή λιγότερο συλλογικές) οι οποίες προκρίνονται από τους/τις πολίτες για την προώθηση των αιτημάτων τους, όπως διαφοροποιείται και το ποσοστό στο οποίο επιλέγονται ορθόδοξες/συμβατικές ή ανορθόδοξες μορφές παρέμβασης, αλλά και η σχέση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με διεκδίκηση από, και στήριξη προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Τέλος, διαφοροποιείται και το είδος των αιτημάτων που κάθε φορά προωθούνται και τα οποία μπορεί να είναι περισσότερο ατομοκεντρικά ή κοινωνιοκεντρικά, και με κοντοπρόθεσμους ή μακροπρόθεσμους στόχους. Και είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε τη μεταστροφή των αιτημάτων, που παρατηρείται ενίοτε όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, από ατομοκεντρικά σε κοινωνιοκεντρικά, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει και ευρύτερη μεταστροφή στη γενικότερη κοσμοαντίληψη με σαφείς πολιτικές συνέπειες (ενδεχομένως, στην ελληνική πολιτική κουλτούρα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι μέρος των «Αγανακτισμένων» υπέστησαν τη σχετική μετάλλαξη).

politismiki pantelidou 117

Βεβαίως, η τεχνολογική εξέλιξη διευρύνει και τους διαύλους της πολιτικής συμμετοχής, ενώ ενδεχομένως να παρεμβαίνει και στην ουσία της επικοινωνίας[112], επιδρώντας και στις συνιστώσες της πολιτικής κουλτούρας, ιδιαίτερα των νέων. Η περίοδος που μας απασχολεί εδώ, στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, καταγράφει ακριβώς το πέρασμα από τη μία φάση στην άλλη, ως προς πολλές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένης και της επικοινωνιακής. Η δεκαετία του 1980 είναι ακόμη περίοδος συμμετοχικής προδιάθεσης, υψηλού βαθμού αποδοχής του πολιτικού συστήματος και κομματικής ταύτισης, ενώ φτάνοντας την πρώτη δεκαετία του 2000 το τοπίο είναι ριζικά διαφορετικό. Αλλά στις διαφοροποιήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω στις δομές και τα αιτήματα, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μια άλλη, λιγότερο έκδηλη, που αναφέρεται στο είδος της αντίληψης περί πολίτη που διακρίνεται στον τρόπο με τον οποίο «υπάρχουν» πολιτικά οι πολίτες, και στα αιτήματα που προβάλλονται, όταν προβάλλονται: Είναι εύλογο να διερωτηθούμε αν οι πολίτες διεκδικούν ως συμμέτοχοι σε διαδικασίες που ξεπερνούν τις στενά ιδιωτικές τους ανάγκες, δηλαδή ως πολιτικά υποκείμενα που καθοδηγούνται από αίσθηση δημοσίου συμφέροντος, ή, αντίθετα, ως καταναλωτές, που διεκδικούν το δικαίωμα στην ικανοποίηση από τις υπηρεσίες που τους παρέχονται. Η διάκριση είναι πολύ σημαντική, διότι η κάθε διαφορετική αντίληψη υποδηλώνει και διαφορετική υφή στην ιδιότητα του πολίτη την οποία προκρίνει, κάτι που καθορίζει και διαφορετικό είδος δημοκρατίας. Φαίνεται από πρώτη άποψη ότι στην περίοδο που μας απασχολεί εδώ, συντελέστηκε κατά κάποιον τρόπο, το πέρασμα από τη μια εκδοχή αντίληψης περί πολίτη στην άλλη, στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, αν βασιστούμε στα υψηλά επίπεδα συμμετοχικής προδιάθεσης και έμπρακτης πολιτικής συμμετοχής που καταγράφονται τη δεκαετία του 1980, σε αντιπαράθεση προς την πολιτική αποξένωση της πρώτης δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, αν εμβαθύνουμε στην ουσία της συμμετοχικής προδιάθεσης και στην αντίληψη περί πολιτικής που συχνά κρύβουν τα υψηλά ποσοστά δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος (βλ. παρακάτω Κεφάλαιο 8.2), αναδύεται μια πολύ διαφορετική εικόνα και μια πολύ πιο πολύπλοκη διαδρομή από τη δεκαετία του 1980 μέχρι την κρίση.

Θα πρέπει γενικότερα να θεωρήσουμε αναμενόμενο ότι όταν οι πολίτες γνωρίζουν από την εμπειρία τους πως υπάρχουν ευκαιρίες αποτελεσματικής παρέμβασης στην πολιτική διαδικασία, τότε έχουν την τάση να αξιολογούν θετικά τη θεσμοθετημένη πολιτική συμμετοχή, να εμπλέκονται στην πολιτική διαδικασία και να αντιμετωπίζουν τις συλλογικές αποφάσεις ως περισσότερο δεσμευτικές. Αντίθετα, όταν έχουν την αίσθηση ότι συστηματικά δεν αντιπροσωπεύονται και περιθωριοποιούνται πολιτικά, ότι η πολιτική «δεν είναι γι’ αυτούς/-ές», «δεν τους/ις αφορά», τότε δεν έχουν κίνητρο για την ανάπτυξη συμμετοχικής συμπεριφοράς, κάτι που αναιρεί στην πράξη την πολιτική ισότητα. Το δε πρόβλημα έγκειται στο ότι, όπως ιδιαίτερα επιτυχώς περιέγραψε ο MacPherson, 1977, δεν μπορούμε να επιτύχουμε μεγαλύτερη δημοκρατική συμμετοχή χωρίς να έχει προηγουμένως καταπολεμηθεί η κοινωνική ανισότητα, και έτσι να επέλθουν αλλαγές στη συνείδηση των πολιτών, αλλά και συγχρόνως δεν μπορούμε να επιτύχουμε τις αλλαγές στο επίπεδο της ανισότητας και της συνείδησης χωρίς να έχει προηγηθεί αύξηση στη δημοκρατική συμμετοχή των (άνισων) πολιτών. Ωστόσο, ενώ η «πολιτική αδιαφορία» στις κλασικές πολιτολογικές προσεγγίσεις μοιάζει να προσάπτεται κατά κάποιον τρόπο, στους φορείς της που ενοχοποιούνται ότι έχουν χαμηλή συνείδηση πολίτη, πλέον είναι διαδεδομένη η αντίληψη ότι η σημερινή μειωμένη πολιτική συμμετοχή εκφράζει ακριβώς τη θεμελιώδη απομάκρυνση από την πολιτική, που οφείλεται στην αίσθηση των πολιτών ότι τελικά λίγα εξαρτώνται από την πολιτική (Bauman, 1998, σ.41), σε συνθήκες ύστερου καπιταλισμού.

politismiki pantelidou 118

Και ενώ οι συγκεκριμένες πολιτικές τάσεις που απορρέουν από αυτή την απομάκρυνση των πολιτών από τις διαδικασίες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, είναι εν πολλοίς κοινές όπως είναι και τα προβλήματα που δημιουργούνται για την ουσία της δημοκρατίας (βλ. Mair, 2013), η κάθε διαφορετική εθνική πολιτική κουλτούρα τις ερμηνεύει διαφορετικά και σε διαφορετικούς ρυθμούς, ανάλογα με την ιστορική της πορεία και τις προϋπάρχουσες πολιτισμικές υποδομές της. Συγκεκριμένα, στοιχεία που προέρχονται από δύο μεγάλα ερευνητικά προγράμματα, του 1988 και του 2006, με αντιπροσωπευτικό πανελλαδικό δείγμα, καταγράφουν τις σημαντικές πολιτισμικές μεταβολές που αφορούν την πολιτική στην Ελλάδα του τέλους του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα[113]. Σε αυτές κυριαρχούν οι αλλαγές που συντελούνται και καταγράφονται στον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται τη θέση τους στον κόσμο και τη σχέση τους με την κοινωνία, με σημαντικότερη εξέλιξη από αυτή τη σκοπιά, την κυριαρχία της ιδεολογικής εξατομίκευσης, στην οποία αναφέρεται ο Τσουκαλάς 2010, σ. 90, η οποία πραγματώνεται μέσω της απομάκρυνσης από τα κοινά, της πολιτικής αδιαφορίας, της απαξίωσης της πολιτικής ως διαδικασίας που προσφέρει λύσεις και της μείωσης μιας ιδεολογικής ενατένισης της πραγματικότητας στην οποία επίκεντρο είναι το συλλογικό.

Είναι χαρακτηριστική η αύξηση της αποδοχής της αποχής, ως έναν από τους πολλούς τρόπους πολιτικής έκφρασης στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας στην οποία αναφερόμαστε εδώ. Το σχετικό ποσοστό διπλασιάζεται, ενώ η αντίληψη ότι η αποχή είναι πάντα λάθος, που αφορούσε τα 2/3 των πολιτών το 1988, το 2006 αφορά πλέον τους/ις μισούς/-ές[114]. Βεβαίως, σταθερά όσοι/-ες επιλέγουν να αυτοτοποθετηθούν στην Αριστερά απορρίπτουν λιγότερο μαζικά την αποχή από όλους/ες τους/ις άλλους/-ες ανάλογα με τη δήλωση ιδεολογικής ταυτότητας. Πράγματι οι αριστερές και οι αριστεροί είναι λιγότερο απορριπτικές/-οί από τις δεξιές και τους δεξιούς, αλλά οι πολύ λιγότερο απορριπτικές/-οί της αποχής είναι όσες και όσοι θεωρούν πως η διάκριση αυτή δε σημαίνει τίποτα. Κάτι που χρωματίζει και το ιδεολογικό φορτίο της απόρριψης της διάκρισης.

Αν επικεντρωθούμε στην ιδεολογία, οι μεταβολές στο επίπεδο της οποίας υποκρύπτουν πολλές άλλες -αφού τα στοιχεία που αφορούν σε όλες τις μεταβολές πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων από τη δεκαετία του 1980 στην πρώτη δεκαετία του 2000 συνδέονται, σε ένα βαθμό, με αυτές- το κεντρικό δεδομένο που πρέπει να καταγραφεί είναι η μεγάλη μείωση στη διάδοση της αριστερής ταυτότητας.

Πίνακας 8.1.1

Πολιτική αυτοποθέτηση ερωτώμενων (%)

 

Μάλλον Αριστεροί/

ες

Μάλλον Δεξιοί/ες Μάλλον Κεντρώ­οι/ες Όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα
ΗΛΙΚΙΑ 1988 2006 1988 2006 1988 2006 1988 2006
18-29 37,1 9,8 18,4 24,1 29,8 36,6 14,7 29,4
30-44 32,8 15,3 22,4 26,2 33,9 37,8 11,0 20,7
45-59 22,8 15,9 28,3 25,6 38,3 46,8 10,4 11,8
60+ 23,4 13,9 27,2 37,1 40,3 43,3 9,2 5,7
ΦΥΛΟ                
Γυναίκες 27,2 13,5 28,0 30,5 32,8 39,0 11,9 16,6
Άνδρες 30,6 14,1 20,4 26,7 38,1 43,4 10,8 15,8
Σύνολο πλη­θυσμού 29,0 13,9 24,1 28,6 35,5 41,2 11,4 16,2

Πηγή: Πολιτική Συμπεριφορά των Γυναικών, ΕΚΚΕ 1988, Έρευνα Πολιτικών Προτύπων & Πολιτικής Συμπεριφοράς, ΕΚΠΑ 2006

 

Παρατηρούμε ότι η μείωση στην αριστερή αυτοτοποθέτηση είναι πάνω από το μισό, με παράλληλη μικρή αύξηση στις άλλες κατηγορίες, και πρωτίστως στη δήλωση «όλα αυτά δε σημαίνουν τίποτα». Η σημαντική αυτή μείωση στη συγκεκριμένη ιδεολογική τοποθέτηση συνοδεύεται και από μείωση στην ενημέρωση, πρωτίστως από τον Τύπο, μείωση στη συμμετοχή σε όλες τις δυνατές μορφές πολιτικής εμπλοκής όταν γίνονται εκλογές, με πρώτη τη συμμετοχή σε προεκλογικές εκστρατείες, και μάλιστα κάτω από το μισό, σημαντική μείωση στη διάδοση της δήλωσης μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος και αύξηση στη δήλωση «δε με ενδιαφέρει καθόλου η πολιτική». Παράλληλα, σημειώνεται μείωση στο ποσοστό που καταγράφει το «δυσνόητο» της πολιτικής, (Η πολιτική είναι τόσο μπερδεμένη που άνθρωποι σαν και εμάς δεν μπορούν να την καταλάβουν), ενώ υπάρχει αύξηση στο ποσοστό κυνισμού και απογοήτευσης από τους πολιτικούς (Βλ. τους σχετικούς πίνακες στο Παντελίδου Μαλούτα, 2012). Βλέπουμε ότι η απομάκρυνση από την πολιτική είναι απόρροια των δύο τελευταίων, και όχι αυξημένης αίσθησης υποκειμενικής ανεπάρκειας και αναποτελεσματικότητας, πράγμα που κάτι μας λέει και ως προς την κοινωνική προέλευση και τη γενικότερη κοινωνικοπολιτική φυσιογνωμία του «νέου τύπου» της πολιτικής αδιαφορίας.

Αλλά αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε σε σχέση με τις σημαντικές αλλαγές στην υποκειμενική αυτοτοποθέτηση στον άξονα Αριστεράς - Δεξιάς, είναι ότι αυτές εκφράζουν εντοπίσιμες αλλαγές και στο αξιακό σύστημα. Κι αυτό παρότι η χρονική εξέλιξη δείχνει ότι, στην εφηβεία τουλάχιστον (αλλά όχι αποκλειστικά), μειώνεται σταδιακά η ένταση της διαφοροποιητικής επίδρασης της συγκεκριμένης θέσης στον άξονα, ως προς τις επιμέρους αντιλήψεις (Παντελίδου Μαλούτα, 1991). Ωστόσο, πράγματι, οι αξίες των πολιτών αποτελούν προνομιακό πεδίο στη συγκριτική ανάλυση της πολικής κουλτούρας διαφορετικών κοινωνιών, με βάση ακριβώς την υπόθεση ότι το αξιακό επίπεδο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αφού οι αξίες συναρθρώνονται με τις βαθύτερες πεποιθήσεις μας, συμβάλλουν στον τρόπο πρόσληψης «πραγματικότητας» και επιδρούν στη συμπεριφορά μας (Βούλγαρης, 2007, σ. 43). Μάλιστα, οι αλλαγές στη διαγενεακή πολιτική συμπεριφορά, στο πλαίσιο και της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, φαίνεται, εμπειρικά τουλάχιστον, να συνδέονται στενά με τις παρατηρούμενες αξιακές μεταβολές, οι οποίες εκφράζονται με ιδιαίτερη ένταση στους/στις νέους/ες, σύμφωνα με τη γνωστή υπόθεση του Inglehart, 1990.

politismiki pantelidou 119

Όσον αφορά τη συμμετοχικότητα για παράδειγμα, σε σχέση με την επιλογή αντίδρασης απέναντι σε συλλογικό τοπικό πρόβλημα, φαίνεται ότι μεγαλώνει σε διάδοση η επιλογή της παθητικότητας από το 1988 στο 2006, και αντίστοιχα μειώνεται η επιθυμία εμπλοκής σε δυναμικές κινητοποιήσεις. Στην περίπτωση όμως που κάποιοι/-ες πολίτες διαφωνούν με μια κυβερνητική απόφαση, η πρώτη επιλογή τους σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν, είναι ελαφρώς μαζικότερα, η (ούτως ή άλλως περιορισμένη ποσοτικά) επιλογή της διαδήλωσης και της απεργίας (12,4% με 15,7%, και 8,4% με 11,1% αντίστοιχα), και αρκετά μαζικότερη αυτή της «τιμωρίας» μέσω της ψήφου (Μετά το 2006 αυξάνει σημαντικά στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας η επιθυμία για άμεση και αδιαμεσολάβητη, ενίοτε δυναμική πολιτική παρέμβαση). Επίσης, η αίσθηση ματαιότητας μοιάζει αξιοσημείωτα αυξημένη το 2006, αφού οι πολίτες που θεωρούν ότι δεν πρέπει να αντιδράσουν, διότι «έτσι κι’ αλλιώς δεν αλλάζει η απόφαση», πέρασαν από το 9,1%, στο 15,7%. Όσο για την κομματική «ταύτιση», όλο και μικρότερο ποσοστό πολιτών δηλώνει ότι υπάρχει ένα κόμμα στο οποίο αισθάνεται εγγύτερα, ενώ με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας του 2009 (ESS/ΕΚΚΕ, 2009), φαίνεται ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο ελληνικό δείγμα (μόλις) στο 58,7% των πολιτών, ποσοστό κοντά στον μ.ό του ESS, αλλά σαφώς χαμηλότερο απ’ ό,τι ήταν στο πρόσφατο παρελθόν στην Ελλάδα (Δεν αναφερόμαστε στην ύπαρξη κομματικής ταυτότητας, αλλά στην συναισθηματική εγγύτητα με ένα συγκεκριμένο κόμμα περισσότερο από ό,τι με άλλα). Με την εξέλιξη της κρίσης και τα αυστηρά μέτρα λιτότητας που βιώθηκαν ως άδικα και χρεώθηκαν συνολικά στο πολιτικό σύστημα ως υπαίτιο της κρίσης, το σχετικό ποσοστό ήταν αναμενόμενο να γίνει στην πορεία ακόμη χαμηλότερο. Πράγματι, με βάση τα στοιχεία του 5ου γύρου του ESS (ESS ΕΚΚΕ, 2011) φαίνεται ότι πλέον, μόλις το 31,8% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνουν το 2011, ότι υπάρχει κάποιο κόμμα προς το οποίο αισθάνονται «πιο κοντά» από ό,τι στα άλλα, με ευρωπαϊκό μ.ό στο 46,9% (Βλ. τα πλήρη στοιχεία στον Πίνακα 4.8 στο Παντελίδου Μαλούτα, 2012, σ. 179).

Ακόμη και αυτή η συνοπτική και επιφανειακή σκιαγράφηση των αλλαγών στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα είναι ενδεικτική της σαφώς μειωμένης συμμετοχικής προδιάθεσης και έμπρακτης πολιτικής συμμετοχής που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική κουλτούρα της πρώτης δεκαετίας του 2000 σε σύγκριση με αυτή του 1988. Μια τάση που εναρμονίζεται με τις ευρύτερες ενδείξεις αύξησης της ιδεολογικής εξατομίκευσης, η οποία εκφράζεται και μέσω της απομάκρυνσης από την πολιτική των κομμάτων και των θεσμών αντιπροσώπευσης, καθώς και της απαξίωσης των συλλογικών μορφών οργάνωσης, που παρατηρούνται τις τελευταίες δεκαετίες, και αποτελούν, σύμφωνα με τον Τσουκαλά, 2010, σσ. 90-91, την «σημαντικότερη ίσως εξέλιξη των ημερών μας». Όπως φαίνεται, η τάση της μείωσης της συμμετοχής -που υπενθυμίζω ότι εδώ αποτυπώνεται το 2006, και αυτό είναι σημαντικό ως προς ορισμένες παραμέτρους της- συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, συνεπικουρούμενη και από τη μεγαλύτερη απαξίωση του πολιτικού συστήματος που συντελέστηκε στις αντιλήψεις μαζικών κατηγοριών πολιτών. Η τελευταία όμως, όπως ξέρουμε, ενθάρρυνε νέους τύπους πολιτικής παρέμβασης στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, ήδη, μάλιστα, μεμονωμένα από το καλοκαίρι του 2007 και ιδιαίτερα το 2008, και στη συνέχεια, κυρίως το 2011: νέοι τύποι που σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν αμφισβητούμενης πολιτικής αποτελεσματικότητας, ενίοτε, κυρίως αρχικά, αδιευκρίνιστης ιδεολογικής χροιάς και ανεπεξέργαστου πολιτικού οράματος, που λειτούργησαν όμως έντονα κοινωνικοποιητικά, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση νέων φορέων οριζόντιας και αυτόνομης πολιτικής δράσης, που στη συνέχεια έπαιξαν το ρόλο τους στις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις εν μέσω κρίσης.

politismiki pantelidou 120

Αναφερθήκαμε προηγουμένως (Κεφάλαιο 5.1), στη σημασία που αποδίδεται στην «εμπιστοσύνη», ως στοιχείο του κοινωνικού κεφαλαίου σε μια κοινωνία, αφού όπως φαίνεται, μια κουλτούρα συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών προάγει την αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος, με τα υψηλά αποθέματα κοινωνικού κεφαλαίου να επιτρέπουν τη διαμόρφωση ενός συλλογικού «εμείς». Στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας όμως, είναι αυξημένη η δυσπιστία και η καχυποψία, τόσο απέναντι στους «άλλους/-ε», όσο και απέναντι σε θεσμούς. Αξίζει να προσθέσουμε, με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS/EKKE) ότι για πρώτη φορά το 2009 οι ελληνικές τιμές στην εμπιστοσύνη στους νόμους τοποθετούνται κάτω από τον ευρωπαϊκό μ.ό. Ενώ για παράδειγμα, στην πρώτη φάση της έρευνας αυτής το 2002, οι σχετικές τιμές ήταν αντίστοιχα 6.3 έναντι 5.5 στη δεκάβαθμη κλίμακα, στην τέταρτη ανέρχονται σε 4.8 έναντι 5.1, κάτι που δείχνει και τη μεγάλη μείωση στην αίσθηση εμπιστοσύνης στους νόμους στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας. Αίσθηση εμπιστοσύνης στους νόμους που μειώνεται περαιτέρω στην κρίση, αφού φτάνει το 2011 στο 3.8. Πολύ πιο χαμηλές από πριν, και χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μ.ό, είναι και οι τιμές που καταγράφουν την εμπιστοσύνη των πολιτών της χώρας αυτής προς το κοινοβούλιο το 2011 (2.04 με μ.ό 3.9), ενώ αντίστοιχη είναι και η εικόνα που αναφέρεται στην εμπιστοσύνη στην αστυνομία, όπου η αισθητή μείωση της τιμής του ελληνικού δείγματος (από 6.4 στην πρώτη φάση σε 4.9 στην τέταρτη) καταγράφει για πρώτη φορά το 2009 την ελληνική εμπιστοσύνη στην αστυνομία ως μικρότερη από την μέση ευρωπαϊκή τιμή (5.7), για να φτάσει το 2011 στο 4.6.

Η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, που ήταν στις προηγούμενες φάσεις για την Ελλάδα ελαφρώς μικρότερη ή ίση με τον ευρωπαϊκό μ.ό., στην τέταρτη φάση (2009) είναι σαφώς χαμηλότερη (2.4 έναντι 3.5 στη δεκάβαθμη κλίμακα). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στις τρεις χαμηλότερες θέσεις (0, 1, 2) τοποθετείται το 56% του δείγματος στην Ελλάδα, με το 23% μάλιστα να βάζει 0. Και τα δύο αυτά ποσοστά είναι διπλάσια από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Είναι όμως εντυπωσιακότατο για την απαξίωση του πολιτικού προσωπικού ότι δύο χρόνια αργότερα, το 2011, εν μέσω κρίσης, στην πέμπτη φάση της ίδιας έρευνας, το ελληνικό ποσοστό όσον αφορά την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, φτάνει στο 48,6%, με μ.ό στο 19. Παράλληλα βλέπουμε ότι για πρώτη φορά το 2009 σημειώνεται μικρότερη από την μέση ευρωπαϊκή τιμή και στην ικανοποίηση από τη δημοκρατία (4.3 έναντι 5.1) με ό,τι σημαίνει αυτό (παρά την ασάφεια της διατύπωσης) ως δείκτης του γενικού πολιτικού κλίματος.

politismiki pantelidou 121

Αυτό το τελευταίο καταγράφεται και στην -για πρώτη φορά στην τέταρτη φάση- όχι πλέον ελαφρώς δεξιότερη μέση τιμή του ελληνικού δείγματος, έναντι του ευρωπαϊκού, στον άξονα Αριστεράς - Δεξιάς, αλλά παρατηρείται σύμπτωση στο 5.1 (ενώ προηγουμένως ήταν 5.7 με 5.1 και 5.2). Στην τέταρτη φάση (2009) σημειώνεται μάλιστα και μεγάλη μείωση της διαφοράς στις θέσεις 0-3 (Αριστερά) που ήταν την πρώτη φάση (2002) 9,3% έναντι 19,3% αντίστοιχα σε Ελλάδα και Ευρώπη, για να γίνει στην τέταρτη 15,9% με 18,9%. Στα στοιχεία του 2011 (πέμπτη φάση της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας), η Ελλάδα με μέση τιμή πάλι στο 5.1 είναι ελαφρότατα αριστερότερα από τη μέση Ευρωπαϊκή τιμή, που είναι στο 5.2, ενώ στις θέσεις 0-3 τοποθετείται πλέον το 16,3% έναντι του 20% που είναι ο ευρωπαϊκός μ.ό. Όσο για το πολιτικό ενδιαφέρον, με όλα όσα σημαίνει η σχετική δήλωση, οι τιμές του εμφανίζονται στην Ελλάδα σταθερά σε όλες τις φάσεις του ESS χαμηλότερες από τις ευρωπαϊκές ως προς την ύπαρξη μεγάλου και αρκετού ενδιαφέροντος (30,3% έναντι 47,6% στην τέταρτη φάση, και το 2011 στην πέμπτη, 28,9% έναντι 43,6%), κάτι που δεν θα μπορούσαμε ούτε να φανταστούμε τη δεκαετία του ’80. Παράλληλα οι ελληνικές τιμές είναι πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μ.ό. στην απόλυτη έλλειψη πολιτικού ενδιαφέροντος: 30,8% έναντι 18,1%, το 2009 και 39,5% έναντι 21,4% το 2011). Σχεδόν ένας/μία στους/ις τρεις ερωτώμενους/ες στο ελληνικό δείγμα δηλώνει το 2009 απόλυτη έλλειψη πολιτικού ενδιαφέροντος, ποσοστό που προσεγγίζει στο 40% το 2011. Το 1988, με βάση στοιχεία της έρευνας του ΕΚΚΕ για την πολιτική συμπεριφορά των γυναικών[115] το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 18%.

Αλλά αν είναι σημαντική η καταγραφή της σημαντικής μείωσης στη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος στη διάρκεια της περιόδου που μας ενδιαφέρει εδώ -μείωση που λειτουργεί και ως δείκτης μειωμένης συμμετοχικής προδιάθεσης που υλοποιείται με μειωμένη έμπρακτη πολιτική συμμετοχή, όπως είναι καθιερωμένο να μετράται αυτή (Παντελίδου Μαλούτα, 2012)- είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα η διερεύνηση της ουσίας που εμπεριέχεται στη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Και μάλιστα, πρωτίστως στη φάση που η δήλωση αυτή αντιπροσώπευε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης[116].

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 117-124

Σημειώσεις

[110] Για το ιστορικό, τη σημασία και τα χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, βλ. Υφαντόπουλος, 2007.

[111] Bλ. Παντελίδου Μαλούτα, 2012, όπου υπάρχουν στοιχεία για την πολιτική συμπεριφορά στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και σχετική βιβλιογραφία.

[112] Περισσότερα γι αυτό στο Παντελίδου Μαλούτα, 2012, Κεφάλαιο 4. Βλ. και παραπάνω Κεφάλαιο 2.2.

[113] Πρόκειται για στοιχεία της έρευνας του ΕΚΚΕ του 1988, για την Πολιτική Συμπεριφορά των Γυναικών στην Ελλάδα, και του ΕΚΠΑ του 2006, για τα Έμφυλα Πρότυπα Πολιτικότητας. Πολλά από τα στοιχεία αυτά υπάρχουν στο Παντελίδου Μαλούτα, 2012. Για την πρώτη έρευνα βλ. Νικολακόπουλος, Παντελίδου Μαλούτα, 1988, καθώς και Παντελίδου Μαλούτα, 1992. Για τη δεύτερη, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, Κακεπάκη κ.ά., 2007, τα Κείμενα Εργασίας του Εργαστηρίου Ελληνικής Πολιτικής, του Τμήματος ΠΕΔΔ που την αφορούν, καθώς και Κακεπάκη, 2006, και Παντελίδου Μαλούτα, 2012. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή της σύγκρισης των στοιχείων της έρευνας του 1988 με αυτά του 2006, και όχι με άλλα μεταγενέστερης, οφείλεται στο ότι η σύγκριση διευκολύνεται από την ταυτόσημη μεθοδολογία στις δύο έρευνες πεδίου, καθώς και στον μεγάλο βαθμό ταύτισης των ερευνητικών παραμέτρων, που έτσι προσφέρονται αβίαστα για σύγκριση. Η προσωπική εμπλοκή της συγγραφέως και στα δύο σχετίζεται, βεβαίως, με την ύπαρξη των παραγόντων που διευκολύνουν τις συγκρίσεις. Αλλά επίσης το 2006 προσφέρεται για σύγκριση αφού βρίσκεται προς το τέλος της προ-κρίσης εποχής, η οποία θα αποτελέσει τομή στην πορεία των διαδικασιών που μελετάμε εδώ.

[114] Περισσότερα για την αποχή γενικά και ειδικά για την αποδοχή της στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, καθώς και σχετική βιβλιογραφία, βλ. στο Παντελίδου Μαλούτα, 2012, Κεφάλαιο 4.

[115] Nικολακόπουλος, Παντελίδου Mαλούτα, 1988 και Παντελίδου Mαλούτα, 1992.

[116] Κι αυτό παρά τις πολλαπλές κριτικές που έχουν γίνει στη μεταβλητή αυτή ως δείκτη που μετρά «ποσότητα» πολιτικού ενδιαφέροντος. Βλ., ενδεικτικά, Λυριντζής 1990, Παντελίδου Μαλούτα, 1990, και, γενικότερα, το ειδικό τεύχος για την πολιτική κουλτούρα της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 75A.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ