Menu
22 / 11 / 2019 - 11:35 am
A Site By Your Side
A+ A A-

laskoo

Ποθητή Χαντζαρούλα

Εισαγωγή

Η ιστορία των γυναικών/φύλου χαρακτηρίζεται πλέον ως ένα αυτόνομο ιστοριογραφικό πεδίο.

Η ιστορία της συγκρότησης του πεδίου έχει γραφτεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ήδη από τη δεκαετία του 1970, και από διαφορετικές οπτικές γωνίες, είτε προτάσσοντας την ανάγκη για μετατόπιση της οπτικής είτε αποτιμώντας τη συμβολή της στην αλλαγή του ιστοριογραφικού παραδείγματος είτε εστιάζοντας στις θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών μελετών τόσο σε εθνικό πλαίσιο (Hall 1992, Jordanova 2003) όσο και σε ευρύτερο, παραμένοντας όμως σε μεγάλο βαθμό δυτικοκεντρική (Scott 1996, Hall 1996). Αυτή η μελέτη δεν χαρακτηρίζεται από μια γραμμική και εξελικτική πορεία «από την ιστορία των γυναικών στην ιστορία του φύλου» αλλά εστιάζει περισσότερο στις θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις που αναδεικνύουν την πολλαπλότητα παρά τον ενιαίο χαρακτήρα του πεδίου και το διεπιστημονικό χαρακτήρα των κεντρικών επιστημολογικών ζητημάτων, όρων και εννοιών που απασχολούν την ιστορία του φύλου, καθώς και στις οπτικές που έχουν προκαλέσει μετασχηματισμούς στο ιστοριογραφικό παράδειγμα και πρακτική. Η ονομασία του πεδίου, «ιστορία των γυναικών», «ιστορία του φύλου», «φεμινιστική ιστορία», αντικατοπτρίζει τις διαφορετικές οπτικές και αφετηρίες των ερευνητριών/τών, τη σχέση του φεμινιστικού κινήματος με τη διαμόρφωση του πεδίου, καθώς και τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις.

Η διαμάχη αυτή αφορά κεντρικά επιστημολογικά ζητήματα της ιστορίας του φύλου: την εννοιολόγηση της αναλυτικής κατηγορίας του φύλου, το ζήτημα της ισότητας και της διαφοράς, την διάκριση εμπειρίας και λόγου, την κριτική στην κατηγορία «γυναίκα»/ «γυναίκες» ως βάση πολιτικών διεκδικήσεων. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των παραπάνω ζητημάτων συνιστούν επιστημολογικές διαφορές που διαπερνούν την ιστοριογραφία των γυναικών και του φύλου και δεν συνιστούν μια εξελικτική πορεία.

Οι θεματικές ενότητες δεν ακολουθούν τις παραδοσιακές διακρίσεις της ιστοριογραφίας (οικονομική, κοινωνική, πολιτική ιστορία) καθώς, όπως θα αναδειχθεί παρακάτω, η ιστορία του φύλου διαρρηγνύει τα στεγανά των γνωστικών πεδίων και φέρνει στο προσκήνιο την συμβατικότητά τους, τις πολιτικές και τις ιεραρχίες που τα διαμόρφωσαν. Επίσης, πεδία που θεωρούνταν περιφερειακά, όπως η ιστορία του σώματος και της επιστήμης, είχαν καθοριστική συμβολή στην θεωρητική, μεθοδολογική και ερμηνευτική επεξεργασία του φύλου (Jordanova ό.π.). Οι θεματικές ενότητες αφορούν τα αναλυτικά πλαίσια της μελέτης του φύλου (ισότητα/διαφορά, δημόσιο/ιδιωτικό, εννοιολόγηση του φύλου, το ζήτημα της ταυτότητας και της εμπειρίας) και τα πεδία στα οποία η χρήση της αναλυτικής κατηγορίας του φύλου και η διαπλοκή της με άλλες κατηγορίες μετασχηματίζουν την ιστοριογραφία (αποικιοκρατία, ανδρικότητα, ιστορία του σώματος, ιστορία της επιστήμης, ιστορία της εργασίας).

hantz old1

Για τις ερευνήτριες που προκρίνουν την ονομασία «ιστορία γυναικών» η αντικατάσταση της ιστορίας των γυναικών από την ιστορία του φύλου αποτελεί πολιτικό ζήτημα και εστιάζουν στις πολιτικές προεκτάσεις και συνέπειές της. Οι ερευνήτριες που αντιτίθενται στην αντικατάσταση της «ιστορία των γυναικών» από την «ιστορία του φύλου» θεωρούν ότι ο όρος φύλο είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας νομιμοποίησης του πεδίου μέσω της χρήσης ενός υποτιθέμενα ουδέτερου όρου που δεν φέρει τις πολιτικές σημασιοδοτήσεις του όρου «γυναίκα».

Πράγματι σε πολλές περιπτώσεις ο όρος φύλο έχει χρησιμοποιηθεί απλώς περιγραφικά και ταυτίζεται στην πραγματικότητα με τις γυναίκες ή για να δηλώσει οτιδήποτε αφορά τις «γυναίκες» και το «φύλο» παραμένοντας σημασιολογικά κενός ή πολιτισμικά ακατανόητος. Υποστηρίζεται ότι η κατάργηση του όρου «γυναίκες» οδηγεί στην απο-πολιτικοποίηση και στην απομάκρυνση από το φεμινισμό υπονοώντας ότι έχει επιτευχθεί η ισότητα των γυναικών και έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά τους (Griffin 2002). Μια ιστορία των γυναικών είναι αδιανόητη χωρίς το ιστορικό καθήκον που θέτει η φεμινιστική παράδοση, να μελετήσει δηλαδή την καταπίεση των γυναικών στο παρελθόν και να κατανοήσει τους τρόπους με τους οποίους επιβλήθηκε (Μπένετ 1996). Επομένως, η απαλοιφή του όρου γυναίκες συνιστά υποχώρηση στην πολιτική δυναμική του φεμινιστικού κινήματος και οδηγεί στη διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ του κινήματος και της επιστημονικής κοινότητας. Η κριτική αυτή επεκτείνεται και στη μελέτη των ανδρών και της ανδρικότητας η οποία θεωρείται ότι επαναφέρει τους άνδρες ως κεντρικά υποκείμενα της ιστορίας.

Η ιστορία του φύλου συνδέεται με το μεταδομιστικό ρεύμα της φεμινιστικής θεωρίας, το οποίο, μέσα στο πλαίσιο της κριτικής της έννοιας του Δυτικού υποκειμένου ως αυτόνομου, ενιαίου και έλλογου, θέτει σε αμφισβήτηση τη σταθερότητα της κατηγορίας «γυναίκες» και αναζητά την ιστορικοποίησή της. Η κριτική στην οικουμενικότητα και στην οργάνωση του κόσμου μέσα από διχοτομικές ιεραρχικές αντιθέσεις έκανε ορατό ότι τα νόμιμα υποκείμενα της ιστορικής γραφής ήταν οι λευκοί άνδρες που αντιπροσώπευαν την οικουμενικότητα σε αντίθεση με τις γυναίκες, τους μαύρους, την εργατική τάξη που αντιπροσώπευαν την μερικότητα και την ιδιαιτερότητα.

hantz old2

Το πεδίο των γυναικείων σπουδών αντιπροσώπευε την ιδιαιτερότητα σε σχέση με την οικουμενικότητα (Scott 1996). Ο ρόλος του φύλου, των αναπαραστάσεων της ανδρικότητας και της θηλυκότητας στην οργάνωση των σχέσεων εξουσίας, φωτίζει τη διαμόρφωση της έμφυλης ανισότητας σε πεδία στα οποία οι γυναίκες και οι άνδρες δεν είναι ορατοί και τη διαπλοκή της με την ταξική και φυλετική ανισότητα, αποκαλύπτοντας τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν το ίδιο το ιστοριογραφικό αφήγημα. 

Επιλογή βιβλιογραφίας

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα η ιστορία του φύλου γνώρισε μια αλματώδη ανάπτυξη. Οι αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα σηματοδοτούνται από έναν χωρίς προηγούμενο πολλαπλασιασμό των μελετών. Η βιβλιογραφία που αφορά τη μελέτη των γυναικών και του φύλου στην ιστοριογραφία της πρώιμης, νεώτερης και σύγχρονης εποχής εκτείνεται πλέον σε χιλιάδες τίτλους. Αυτή η μελέτη επιχειρεί να καλύψει ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων και γεωγραφικών περιοχών εστιάζοντας στην παραγωγή των τελευταίων είκοσι χρόνων, δίνοντας όμως μεγαλύτερη έμφαση στην τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα και στις αρχές του εικοστού πρώτου. Ένα από τα κριτήρια για την επιλογή των τίτλων ήταν οι μελέτες οι οποίες αναπτύσσουν νέες αναλυτικές προσεγγίσεις και εισάγουν νέα μεθοδολογικά εργαλεία στη μελέτη του παρελθόντος, αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά πεδία της ιστοριογραφίας, συνεισφέρουν στην ανανέωση του πεδίου (διεπιστημονικές και συγκριτικές) και ανοίγουν νέες προοπτικές για περαιτέρω έρευνα. Η έμφαση στην ευρωπαϊκή και αμερικανική ιστορία αντικατοπτρίζει σε κάποιο βαθμό την ανάπτυξη της ιστορίας των γυναικών και του φύλου σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές και τις συνθήκες στην ακαδημία και στην κοινωνία που καθόρισαν αυτή την ανάπτυξη και επομένως τις ανισότητες (γλωσσικές, θεσμικές και πολιτικές) που καθόρισαν την διάδοσή τους. Υπάρχουν βέβαια σημαντικές ανισότητες στην ιστοριογραφική παραγωγή και ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Η ιστορία του φύλου έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία, τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και την Ινδία, ενώ στην Ανατολική Ευρώπη και στη Ρωσία αποτέλεσε πεδίο μελέτης σχετικά πρόσφατα. Η παρουσία Αφρικανών ιστορικών στα πανεπιστήμια της Δύσης σήμανε και την διευκόλυνση της πρόσβασης της παραγωγής στα αγγλόφωνα επιστημονικά περιοδικά και εκδόσεις την τελευταία δεκαετία. Περιοδικά όπως το Gender and History αφοσιωμένα σε μια διεθνή οπτική συμπεριέλαβαν άρθρα ανεξάρτητα από τη γλώσσα στην οποία ήταν γραμμένα και έφεραν στο προσκήνιο εντελώς άγνωστες πτυχές της ιστορίας των γυναικών αλλά και μελέτες που έθεσαν σε κριτική αναλυτικές κατηγορίες της ιστορίας του φύλου που θεωρούνταν ότι είχαν καθολική ισχύ.

hantz old3
Οι πηγές από τις οποίες άντλησα τη βιβλιογραφία ήταν τα αγγλόφωνα και γαλλόφωνα ειδικευμένα περιοδικά (Journal of Women's History, Gender and History, Women's History Review, Clio), βιβλιοκρισίες, βάσεις δεδομένων και κόμβοι στο διαδίκτυο, βιβλιογραφικές εκδόσεις και μελέτες που αποτελούν κριτική θεώρηση της ιστορίας των γυναικών και του φύλου.

Ο κόμβος ΝΙΚΚ για τη Δανία, Φιλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία, Σουηδία περιέχει πληροφορίες για τις Γυναικείες Σπουδές και την Έρευνα για το Φύλο και στις πέντε χώρες, τα τοπικά φεμινιστικά ερευνητικά κέντρα, ενώσεις, οργανισμούς, βιβλιοθήκες και βάσεις δεδομένων (www.nikk.uio.no).

Οι εκδόσεις του δικτύου ATHENA (Advanced Thematic Network in Activities in Women's Studies in Europe) με τον τίτλο The Making of European Women's Studies, τόμοι 4, (τομ. 1, 2000, τομ. 2-3, 2001, τομ. 4, 2002 ) συγκεντρώνουν μελέτες που αφορούν τα προγράμματα σπουδών και τα ερευνητικά αντικείμενα των Σπουδών του Φύλου και των Γυναικείων Σπουδών στην Ευρώπη αλλά και σε άλλες περιοχές (στις Σκανδιναβικές χώρες (τομ. 2, 2001), στη Μεσόγειο (ό.π.), στα Βαλκάνια (τομ. 3, 2001), στη Λατινική Αμερική (τομ. 4, 2002) τα ιδρύματα στα οποία διεξάγεται η έρευνα, τη θεσμική οργάνωση των σπουδών του φύλου, την ερευνητική πολιτική, τα ερευνητικά προγράμματα, καθώς και θεωρητικές και μεθοδολογικές τοποθετήσεις πάνω σε θέματα φυλής, εθνότητας, τεχνολογίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη φεμινιστική ορολογία, στη μετάφραση και τη μεταφρασιμότητα δηλαδή των όρων, και κυρίως των όρων sex/gender, στις διαφορετικές χώρες της Ευρώπης. Εξετάζονται τα ιστορικά και θεωρητικά ζητήματα που σχετίζονται με τη διαμόρφωση και τη μετάφραση των όρων, η πολιτισμική κατανόηση, καθώς και οι πολιτικές διαστάσεις που ενυπάρχουν στην επιλογή των όρων.

hantz old4

Η συγκρότηση του πεδίου της ιστορίας των γυναικών

Η ανάσυρση των γυναικών από την περιφρόνηση της ιστορίας δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και, ιδιαίτερα, από το φεμινιστικό κίνημα. Η ιστορία των γυναικών αναδύθηκε μέσα από το πολιτικό πρόταγμα της κατάργησης της ανισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και της αναγνώρισής τους ως ενεργών υποκειμένων. Τα ζητήματα της ισότητας και της διαφοράς, κεντρικά στο φεμινιστικό κίνημα, έγιναν εξίσου κεντρικά και στη μελέτη του παρελθόντος. Μέσα στο πολιτικό πλαίσιο της ανάδυσης νέων υποκειμένων, γυναικών, εργατών, και μαύρων, η ιστορία των γυναικών ζητούσε να αναδείξει τις γυναίκες ως υποκείμενα της ιστορίας και ως υποκείμενα της ιστορικής αφήγησης. Οι φεμινίστριες ιστορικοί υποστήριξαν ότι γυναίκες ήταν αόρατες στην ιστοριογραφία, όχι όμως και την ιστορία, όπως άλλωστε δηλώνουν και οι τίτλοι δύο πρωτοπόρων βιβλίων στην ιστορία των γυναικών (Rowbotham 1972, Koonz και Bridenthal 1977). Η ενσωμάτωση των γυναικών στην ιστορική αφήγηση πραγματοποιούνταν μέσα από διαφορετικές οπτικές και πολιτικά προτάγματα αλλά και σε σχέση με τις ιστοριογραφικές παραδόσεις της κάθε χώρας.

Η ανίχνευση της παρουσίας των γυναικών στην πολιτική και η συμμετοχή τους σε μείζονες πολιτικές ανακατατάξεις λειτουργούσε ως επιχείρημα που νομιμοποιούσε το αίτημά των φεμινιστριών για συμμετοχή στην πολιτική. Η ένταξη των γυναικών στο πλαίσιο της παραδοσιακής ιστοριογραφίας (οικονομική ιστορία, διπλωματική ιστορία, συνταγματική ιστορία, πολιτική ιστορία) είχε σαν στόχο της να αναδείξει γυναικείες μορφές που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην σφαίρα της πολιτικής αλλά ταυτόχρονα αποδείκνυε ότι οι γυναίκες είχαν ιστορία. Η συμμετοχή τους στην πολιτική, στα στρατιωτικά κατορθώματα και στα κινήματα, τομείς που θεωρούνταν ότι συνιστούν την «καθαυτό» ιστορία, δικαίωνε, νομιμοποιούσε και ενδυνάμωνε το αίτημα της γυναικείας χειραφέτησης. Σε αυτή την περίπτωση η ιστορία ταυτιζόταν με υψηλή πολιτική, τα στρατιωτικά κατορθώματα, τις μεγάλες επαναστάσεις και τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που αντανακλώνταν στην περιοδολόγηση. Αυτή η ιστορία ήταν σε μεγάλο βαθμό μια ιστορία των εξαιρέσεων. Κατασκεύαζε μια γενεαλογία γυναικών με πολιτική δράση που ξεκινούσε από το παρόν και εκτεινόταν βαθιά στο παρελθόν.

hantz old5

Η προσπάθεια να γίνουν ορατές οι γυναίκες στην ιστορία οδήγησε στην συγγραφή μιας «ιστορίας γένους θηλυκού», όπως εύστοχα αποδίδουν η Έφη Αβδελά και η Αγγέλικα Ψαρρά (1996) τον όρο her-story, που αποτελούσε την αντίστιξη της his-story, και δήλωνε ότι η ιστορία ενώ εμφανιζόταν ως οικουμενική απέκλειε στην ουσία το μισό της ανθρωπότητας. Αυτό το ιστοριογραφικό ρεύμα της ιστορίας των γυναικών, σύμφωνα με την ταξινόμηση της Τζόουν Σκοτ (Scott 1988) αναπτύχθηκε κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970 και αφορούσε κυρίως τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά κινήματα, και ιδιαίτερα τα κινήματα για τη γυναικεία ψήφο, τις απαρχές του φεμινισμού στα κινήματα του ριζοσπαστικού και ουτοπικού σοσιαλισμού, στη φιλανθρωπία, στην δημόσια υγεία, στην κατάργηση της παιδικής εργασίας, στην ίδρυση σωματείων, στην προώθηση και εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας και στην διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής. Η ενσωμάτωση των γυναικών στην ιστορία υποδήλωνε την αναζήτηση μιας συνέχειας ανάμεσα στη ζωή των γυναικών που έγραφαν ιστορία και των γυναικών του παρελθόντος και εγκαθίδρυε μια κοινή και ενιαία ταυτότητα. Η ιστορία αποτελούσε πηγή ταυτότητας, και η σύγχρονη ιστορικός μέσα από την ανασύνθεση του παρελθόντος εμφανιζόταν να αποτελεί προϊόν της ιστορίας που διαμορφώθηκε από την κατηγορία του φύλου (Steedman, 1994b).

Οι φεμινίστριες ιστορικοί έθεσαν ως στόχο τους να ερευνήσουν την επίδραση των σημαντικών κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών στην ζωή των γυναικών στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν την θέση των γυναικών και τις αιτίες της γυναικείας καταπίεσης (Rowbotham 1972). Το ερώτημα τέθηκε με τον επιγραμματικό τρόπο «Υπήρξε Αναγέννηση για τις γυναίκες;» Στην ουσία αυτό το ερώτημα και η απάντησή του, ότι δηλαδή για τις γυναίκες δεν υπήρξε αναγέννηση τουλάχιστον στην Αναγέννηση, έθετε σε αμφισβήτηση τις παραδοσιακές έννοιες περιοδολόγησης και την καθολικότητά τους ως προς τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές και τομές που συνεπάγονταν για το σύνολο του πληθυσμού (Κέλι 1996). Αυτή η αναζήτηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιπτώσεις των αλλαγών είναι διαφορετικές για το κάθε φύλο και οδήγησε κάποιες φεμινίστριες να προτείνουν μία χωριστή περιοδολόγηση που θα στηριζόταν στις σημαντικές καμπές της ιστορίας των γυναικών, όπως η μητρότητα, η αντισύλληψη κλπ.

Στο σουηδικό πλαίσιο, το φεμινιστικό κίνημα και η έρευνα είχαν απορροφηθεί από την έννοια της ισότητας και τα ερωτήματα που απασχολούσαν τις μελέτες για τις γυναίκες υπαγορεύονταν από τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις και σε μεγάλο βαθμό αποτελούσαν μέρος τους. Η σύγχρονη φεμινιστική κριτική αμφισβήτησε τη χρησιμότητα της απορρόφησης των μελετών για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία από την έννοια της ισότητας ως πολιτικού στόχου και έθεσε σε προβληματισμό τους ίδιους τους πολιτικούς όρους με τους οποίους γίνονταν κατανοητές οι έμφυλες σχέσεις. Η έρευνα βασίζονταν σε εμπειρικές μελέτες που προσπαθούσαν να σταθμίσουν την επιρροή των πολιτικών μεταρρυθμίσεων στους έμφυλους ρόλους στην οικογένεια και στις δομές της απασχόλησης της σουηδικής κοινωνίας. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στους «ρόλους των φύλων» και στην αναγνώριση δομικών χαρακτηριστικών που καθόριζαν την συμμετοχή των γυναικών στη μισθωτή εργασία. Το ζήτημα της κοινωνικής διαμόρφωσης της θηλυκότητας και της ανδρικότητας και των διαφορετικών προτύπων κοινωνικοποίησης για τους άνδρες και τις γυναίκες αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες της έρευνας. Η έννοια του ρόλου των φύλων απέκτησε την ισχύ «επιστημονικής αλήθειας». (Lundqvist 1999:588).

hantz old6
Η ανάδυση της νέας κοινωνικής ιστορίας τις δεκαετίες του 1970 και 1980 σηματοδότησαν μια διαφορετική οπτική στην ιστορία των γυναικών. Η ιστορία των καθημερινών ανθρώπων, των γυναικών, της οικογένειας, των μορφών κοινωνικής διαμαρτυρίας, η εργατική ιστορία αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού προγράμματος, της ενσωμάτωσης των «χαμένων» ιστοριών στην ιστορική αφήγηση. Την δεκαετία του 1970, στη Βρετανία η ιστορία των γυναικών διδασκόταν μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια με σκοπό την αφύπνιση συνειδήσεων, για τον ίδιο σκοπό που η προφορική ιστορία και η ιστορία του εργατικού κινήματος διδασκόταν στην «εκτός των τειχών» εκπαίδευση (Steedman 1994). Στόχος ήταν αυτές οι νέες ιστορίες να σταθούν αντιμέτωπες με τις θεωρίες με τις οποίες «ζούσαν» και ερμήνευαν το παρελθόν οι ιστορικοί, αντιπαραθέτοντας την εμπειρία της τάξης και την εμπειρία του φύλου.

Η συνάρθρωση του φεμινιστικού κινήματος με το σοσιαλιστικό κίνημα στην Βρετανία τοποθέτησε το ζήτημα της διαμόρφωσης της τάξης και της ταξικής συνείδησης στον πυρήνα της ιστορίας των γυναικών. Η ιστορία «από τα κάτω», που έθεσε ως στόχο την σωτηρία των υποκειμένων της εργατικής τάξης από την περιφρόνηση της ιστορίας, αποτέλεσε το πλαίσιο για την ανάσυρση και την αναγνώριση των εμπειριών των γυναικών που είχαν αποσιωπηθεί από την ιστορική αφήγηση. Οι ιστορικοί ανέδειξαν τη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομική ζωή, στις συλλογικές διαμαρτυρίες, στη διαμόρφωση της εργατικής κουλτούρας και πολιτικής. Πολλές έρευνες εστίασαν στο ρόλο του γυναικείου εργατικού δυναμικού στην επέκταση της διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής στα εργοστάσια και στα εργαστήρια, στη σχέση μεταξύ της εργασίας και της οικογένειας, στον κατά φύλο καταμερισμό της εργασίας στην οικιακή βιοτεχνία και στις αλλαγές του οικονομικού ρόλου τους με την κατάρρευσή της.
Η εμπειρία αποτελούσε για το φεμινιστικό κίνημα το υπόβαθρο της γυναικείας ταυτότητας, τη βάση πάνω στην οποία εδραζόταν η συλλογικότητά τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η προφορική ιστορία θεωρήθηκε η τεχνολογία της ανάσυρσης της φωνής των υποκειμένων που είχαν αποκλειστεί από την ιστορική αφήγηση. Πρόσφερε μια χωρίς προηγούμενο γνώση για τις εμπειρίες των γυναικών στην οικογένεια, στην εργασία, για τη συμμετοχή τους σε άτυπες μορφές εργασίας, για την ανατροφή των παιδιών.

hantz old7

Η εμπειρική προσέγγιση της κοινωνικής ιστορίας (που δεν κατονομάζεται η ίδια ως τέτοια) δεν έθετε σε κριτική το πλαίσιο ανάλυσης της κοινωνικής ιστορίας και τις κατηγορίες της, όπως την έννοια του εργάτη, της τάξης, του μισθού, της ειδίκευσης. Ανάλογα, ενώ η προφορική ιστορία έθεσε ευρύτερα ζητήματα αναφορικά με την χρήση και τη συγκρότηση των πηγών, την έννοια της αντικειμενικότητας και την ερμηνεία τους, αλλά και την αναγνώριση του ερευνητικού αντικειμένου ως ενεργού υποκειμένου, οι προφορικές μαρτυρίες αντιμετωπίζονταν σαν να αντανακλούν τις εμπειρίες των γυναικών οι οποίες ανασύρονται από την μνήμη. Η γυναικεία ταυτότητα, που έχει τη βάση της σε μια κοινή εμπειρία, θεωρήθηκε ότι αποτελούσε από μόνη της ικανή συνθήκη που διασφάλιζε μια δημοκρατική ιστορία. Η «κοινή εμπειρία της καταπίεσης» θεωρήθηκε προϋπόθεση για την κατανόηση, την ερμηνεία αλλά και τη διαδικασία και την προβληματική της έρευνας. Με την ίδια έννοια η διυποκειμενική σχέση μεταξύ ερευνήτριας και ερευνώμενης αντιμετωπίστηκε σαν μια ισότιμη σχέση μόνο και μόνο γιατί τα δύο υποκείμενα μοιράζονταν μια κοινή εμπειρία, της γυναικείας καταπίεσης, ενώ η μαρτυρία, ως αποτέλεσμα της συνάντησης δύο υποκειμένων (Passerini 1987).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο διαχωρισμός των σφαιρών αποτέλεσε το κεντρικό αναλυτικό πλαίσιο για την ερμηνεία της έμφυλης ανισότητας στην αμερικανική ιστορία και κατηύθυνε την ιστορία των γυναικών στη μελέτη της ιδιωτικής σφαίρας, προνομιακό χώρο για τη μελέτη των γυναικών. Η ανάδυση της ιδεολογίας της οικιακότητας το δέκατο ένατο αιώνα, που όρισε την «πραγματική γυναίκα» ως αγνή, υποτακτική και οικόσιτη, θεωρήθηκε υπεύθυνη για τον περιορισμό των γυναικών στον οικιακό χώρο και τον αποκλεισμό τους από την πολιτική (Cott 1977). Σε άλλες μελέτες υποστηρίζεται ότι η ιδεολογία της οικιακότητας, η οποία αναδύθηκε στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, χρησιμοποιήθηκε από τις γυναίκες για να αποκτήσουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στο κοινωνικό πεδίο στο όνομα των ιδιαίτερων βιολογικών χαρακτηριστικών τους. Αυτή η δραστηριότητα καθώς και οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ γυναικών και βασίζονταν στην κοινή εμπειρία της καταπίεσης δημιούργησαν μια συνείδηση φύλου που οδήγησε στη γέννηση του φεμινιστικού κινήματος (Βαρίκα 1987).

hantz old8
Η ιδιωτική σφαίρα ως βάση της κοινής ταυτότητας των γυναικών και μιας ξεχωριστής γυναικείας κουλτούρας ενίσχυσε την ιδέα της αδελφότητας. Το έργο της Caroll Smith- Rosenberg (1983) για τις φιλίες των γυναικών το δέκατο ένατο αιώνα αντιμετώπισε την ιδιωτική σφαίρα ως το χώρο όπου αναπτύχθηκε ένας πολιτισμός γυναικών που βασιζόταν σε ισχυρούς συναισθηματικούς και διανοητικούς δεσμούς των λευκών γυναικών των μεσαίων στρωμάτων. Χρησιμοποιώντας πηγές όπως τα ημερολόγια και η αλληλογραφία, η Rosenberg υποστήριξε ότι οι «ομοκοινωνικοί δεσμοί» του δεκάτου ενάτου αιώνα επέτρεψαν στις γυναίκες να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και αμφισβήτησε τις αντιλήψεις για τον πουριτανισμό της βικτοριανής εποχής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι μαύρες φεμινίστριες αντιστρατεύτηκαν κάθε έννοια αδελφότητας και υποστήριξαν ότι η ιστορία των γυναικών πάσχει από την ίδια αμνησία με την ιστορία που γραφόταν από τους άνδρες καθώς εξακολουθούσε να μην αναγνωρίζει ότι οι λευκές γυναίκες επωφελήθηκαν από την καταπίεση των μαύρων γυναικών (Hewitt 1985). Η ιστορία των γυναικών συνεχίζει να συσκοτίζει και να αναπαράγει τις ανισότητες μεταξύ των γυναικών ενώ έχει αποτύχει να ενσωματώσει τη φυλή και τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των γυναικών στην οπτική της (Lorde 1984). Έθεσαν επίσης σε κριτική την καθολικότητα της κατηγορίας του διαχωρισμού των σφαιρών υποστηρίζοντας ότι δεν έχει ευεργετική αξία για την ιστορία άλλων τάξεων και για την ιστορία των μαύρων γυναικών καθώς δεν σχετίζεται με την εμπειρία τους και την οργάνωση των οικογενειακών σχέσεων. Οι λευκές φεμινίστριες ιστορικοί παρουσίαζαν ως οικουμενικό ένα μοντέλο που αφορούσε τους λευκούς αστούς, άνδρες και γυναίκες, δείχνοντας ότι η ιστορία των γυναικών διαπερνώνταν από τις ίδιες ρατσιστικές αντιλήψεις όπως και η ιστορία των ανδρών. Η αμφισβήτηση του «οικιακού φεμινισμού» και του «πολιτισμού των γυναικών» έγινε επίσης στη βάση της απουσίας της πολιτικής από τα αναλυτικά αυτά σχήματα, επειδή αγνοούσε την εμπειρία άλλων κοινωνικών τάξεων αλλά και επειδή χρησιμοποιούσε κανονιστικά κείμενα ως αποδείξεις για την ύπαρξη των χωριστών σφαιρών. (DuBois, Lerner κ.ά. 1980, Hewitt ό.π.).

hantz old9

Η έρευνα στη Γαλλία εστίασε στη μελέτη του σώματος, της σεξουαλικότητας, της μητρότητας και των επαγγελμάτων που προσιδιάζουν στη «γυναικεία φύση», διαμορφώνοντας μια έννοια «πολιτισμού των γυναικών» που τόνιζε τη συμπληρωματικότητα των ρόλων των φύλων. Η κοινωνική ζωή παρουσιαζόταν οργανωμένη σε δύο πόλους φαινομενικά ισοδύναμους. Τα δύο φύλα ασκούσαν διαφορετικά καθήκοντα και επομένως είχαν διαφορετικές εξουσίες. Η εξουσία των γυναικών στον οικιακό χώρο εμφανιζόταν ισοδύναμη με την ανδρική χωρίς να αναγνωρίζει ότι η κατανομή των καθηκόντων ενσωματωνόταν σε ένα σύστημα ιεραρχικών αξιών που σημασιοδοτούσε τις εργασίες των γυναικών ως υποδεέστερες.

Η σημαντικότερη κριτική στη θεώρηση των «γυναικείων κόσμων» και των ρόλων των φύλων αφορούσε τη θετική σημασιοδότηση του «αιώνιου θηλυκού» και την υποστασιοποίηση των σφαιρών (Perrot 1987), την έμφαση στους κανονιστικούς λόγους χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές πρακτικές και οι μορφές αντίστασης. Κυρίως, όμως, εστίαζε στην ανάγκη να γίνει κατανοητό ότι ο «πολιτισμός των γυναικών» παράγεται μέσα στο σύστημα σχέσεων ανισότητας και ότι αποτελεί μέρος της συγκρότησης της έμφυλης ανισότητας (Βολντμάν κ.ά. 1997). Η θέση αυτή σηματοδότησε μια νέα μετατόπιση της οπτικής της ιστορίας των γυναικών προς το φύλο ως ένα σύστημα σχέσεων ανισότητας.

Η σχέση ανάμεσα στην κοινωνική θέση των γυναικών και στην ενσωμάτωσή τους στο σύστημα συγγένειας ανέδειξε το σύστημα συγγένειας σε προνομιακό χώρο μελέτης των γυναικών, πράγμα που μαρτυρεί την επίδραση της ανθρωπολογίας στην ιστορία των γυναικών. Η ανάλυση των πατρογραμμικών δομών, το ζήτημα της προίκας, οι κανόνες καταγωγής και διαμονής μετά το γάμο καταδεικνύουν τον έλεγχο των γυναικών και κυρίως της γυναικείας σεξουαλικότητας. Χρησιμοποιήθηκαν πηγές όπως διαθήκες, γαμήλια συμβόλαια, προικοσύμφωνα αλλά και απομνημονεύματα και ημερολόγια ανδρών. Η έμφαση στις τυπικές δομές της συγγένειας και η μονομέρεια της θέασης θεωρήθηκαν ότι συσκοτίζουν τη σπουδαιότητα άτυπων στοιχείων που ρυθμίζουν τη θέση των γυναικών και αποδεικνύουν ότι η ενσωμάτωσή τους δεν είναι ποτέ πλήρης και χωρίς εντάσεις (Πομάτα 1997). Η κατεύθυνση της έρευνας στα «οικιακά δίκτυα» (Stack 1974) και η εξέταση των οικογενειακών δομών στις οποίες ο ρόλος της μητέρας είναι κεντρικός αναφορικά με τη συμμετοχή τους και την πρόσβασή τους στις αποφάσεις αλλά και το ρόλο τους στη διαχείριση και στο οικογενειακό εισόδημα ήταν αποφασιστικής σημασίας για την ιστορία των γυναικών (Chinn 1988, Roberts 1995). H ανάλυση των άτυπων γυναικείων δικτύων, προσωπικών, συγγενικών αλλά και των σχέσεων μεταξύ γυναικών στις εργατικές γειτονιές (Ross 1993) ανέδειξε εντελώς άγνωστες όψεις της ζωής των γυναικών και των άτυπων ρόλων τους. Το «δίκτυο σχέσεων» αποτέλεσε εννοιολογικό εργαλείο που επέτρεψε να αναδειχθεί η οικογένεια ως δρων υποκείμενο και όχι ως παθητικός δέκτης εξωτερικών αλλαγών και ρυθμιστικών αρχών από την πλευρά των θεσμών. Επέτρεψε να γίνουν κατανοητές οι στρατηγικές, οι συμπεριφορές, οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ των μελών της οικογένειας, η αλληλοδιαπλοκή ατομικών και συλλογικών σχεδίων μέσα στην οικογένεια και των υποκείμενων οικονομικών και συναισθηματικών πολιτικών, η δυναμική ανάμεσα στους θεσμούς και την κοινότητα και ανέδειξε τη συνθετότητα του ιστορικού χρόνου (Hareven 1982, 1991, Χάφτον 2003) αλλά και οδήγησε σε επαναπροσδιορισμό της έννοιας του ατόμου και στην κριτική της διχοτομίας άτομο-κοινωνία. Η μελέτη της θέσης των γυναικών στις φυτείες του αμερικανικού Νότου ανέδειξε τα δίκτυα σχέσεων μεταξύ των γυναικών και την ανάπτυξη δεσμών αλληλεγγύης που στηρίζονταν στον έμφυλο καταμερισμό εργασίας και όχι στο διαχωρισμό των σφαιρών (White 1983).

hantz old10

 Στην ιταλική ιστοριογραφία οι σχέσεις πατρωνίας (σχέσεις αμοιβαίας υποχρέωσης μεταξύ πελάτη και πάτρωνα) αποτέλεσαν εφαρμογή του μοντέλου του δικτύου σχέσεων και έδειξαν την διάχυση των ορίων μεταξύ πολιτικού/δημόσιου και ιδιωτικού/οικιακού. Οι ερευνήτριες/τές υποστηρίζουν ότι η μελέτη των δικτύων αναδεικνύει χώρους πρωτοβουλίας και ενεργούς παρέμβασης σε συνθήκες υποταγής και απομόνωσης. Το ημερολόγιο, οι δικαστικές καταθέσεις, οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν προνομιακές πηγές για την ανάλυση των άτυπων δικτύων.

Ενώ η προσπάθεια να ανατρέψουν την περιθωριακότητα και την αορατότητα των γυναικών αποτελούσαν τον κεντρικό στόχο για την ιστορία των γυναικών, τα ερωτήματα που τέθηκαν μέσα από την έρευνα οδήγησαν στην αναζήτηση νέων μεθοδολογικών προσεγγίσεων και εννοιολογικών πλαισίων αλλά ταυτόχρονα μετασχημάτισαν τις μεθόδους και τις προσεγγίσεις της συμβατικής ιστοριογραφίας, στο πεδίο της κατανόησης της οικογένειας, της διαδικασίας του οικονομικού μετασχηματισμού και της κατανομής της εξουσίας στις προβιομηχανικές και βιομηχανικές κοινωνίες (Smith-Rosenberg 1986). Η γαλλική εκδοχή της κοινωνικής ιστορίας των γυναικών που αναπτύχθηκε μέσα στην παράδοση των Annales χρησιμοποίησε τις μεθόδους και στις νέες τεχνικές της ιστορικής δημογραφίας αλλά παράλληλα έστρεψε τη μελέτη σε πεδία που προηγουμένως δεν είχαν μελετηθεί, όπως η ανάλυση του νοικοκυριού, οι οικογενειακές δομές και μοντέλα, οι σχέσεις γενεών. Ανέδειξαν την πολλαπλότητα των γυναικείων εμπειριών αλλά και τις γυναίκες ως ενεργά υποκείμενα, αναθεωρώντας την ουσιοκρατική και ανιστορική έννοια «γυναίκα» που ταυτιζόταν με τη φυσιολογία.

Από την άλλη πλευρά, η ένταξη των γυναικών στο υπάρχον πλαίσιο της ιστορικής αφήγησης δεν μετασχημάτισε την ανδροκεντρική οπτική της ιστοριογραφίας, αφού η ιστορία των γυναικών λειτουργούσε σαν μια παράλληλη και συμπληρωματική ιστορία. Εστιάζοντας στην εμπειρία των γυναικών και στην ιδιωτική σφαίρα, παρέμεινε περιθωριακή αναπαράγοντας το δυϊσμό οικουμενικότητα-ιδιαιτερότητα. Παράλληλα, η ενασχόληση με την επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών και της κατανομής της εξουσίας στις γυναίκες, διατήρησε την κεντρικότητα των ανδρικών θεσμών και αποφάσεων στα αναλυτικά τους σχήματα χωρίς να τεθούν σε αμφισβήτηση (Scott ό.π.). Αυτή η διαπίστωση αλλά και η ίδια η πρακτική της ιστορίας των γυναικών, με τη χρήση νέων πηγών αλλά και τη διαφορετική προσέγγιση των ήδη γνωστών στις οποίες οι γυναίκες ήταν παρούσες αλλά είχαν αποσιωπηθεί, οδήγησε στο να αναρωτηθούν μέσα από ποιες πολιτικές οι ιστορικοί απέκλεισαν αυτές τις πηγές και συγκροτήθηκε το ίδιο το ιστοριογραφικό αφήγημα, για τη σχέση μεταξύ της ιστορίας γυναικών και της συνολικής ιστορικής έρευνας (Scott 1996, Βολντμάν 1997). Χρειάζονταν επομένως νέα αναλυτικά εργαλεία για την κατανόηση της έμφυλης ανισότητας και για την ενσωμάτωση των γυναικών στην έννοια της οικουμενικότητας.

hantz old11

Η έννοια του φύλου

Η έννοια του φύλου ως συστήματος άνισων σχέσεων ανάμεσα στα φύλα αποτέλεσε τομή για τη μελέτη του φύλου από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Αν και η έννοια του φύλου χρησιμοποιήθηκε συχνά περιγραφικά για να δηλώσει τις γυναίκες, η χρήση της υποδήλωνε την άρνηση των φεμινιστριών ιστορικών να ερμηνεύσουν την ανισότητα μεταξύ των φύλων με βάση τη βιολογία. Η επεξεργασία της ως αναλυτικής κατηγορίας που θα αμφισβητούσε τις κυρίαρχες έννοιες του γνωστικού πεδίου της ιστορίας πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι φεμινίστριες ιστορικοί αναζητούσαν τα αίτια της γυναικείας καταπίεσης ήταν η πατριαρχία, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και ο κατά φύλο καταμερισμός της εργασίας, και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες για την δημιουργία της έμφυλης ταυτότητας (Σκοτ 1996). Αναζητούσαν δηλαδή οικουμενικά σχήματα για την ερμηνεία της γυναικείας υποτέλειας. Το φεμινιστικό κίνημα και η φεμινιστική ιστορία ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία αναπτύχθηκαν σε διάλογο με το σοσιαλιστικό κίνημα και το μαρξιστικό παράδειγμα της ιστοριογραφίας. Η Kelly προσπάθησε να μετασχηματίσει το μαρξιστικό μοντέλο αλλά και τις πρώτες απόπειρες των μαρξιστριών φεμινιστριών να ερμηνεύσουν τις ιστορικές εκφάνσεις της πατριαρχίας ως αποτέλεσμα των αλλαγών του τρόπου παραγωγής (Hartmann 1976).

hantz old12

Υποστήριξε τη σαφή διάκριση και την ανεξάρτητη ύπαρξη των έμφυλων συστημάτων, θέτοντας παράλληλα το ζήτημα της αλληλεπίδρασης των οικονομικών και έμφυλων συστημάτων. Παρόλο που η Kelly προσπάθησε να εξετάσει πώς οι σχέσεις των φύλων επιδρούν στους κοινωνικούς σχηματισμούς, η σε τελευταία ανάλυση αναγωγή των έμφυλων σχέσεων ανισότητας στις σχέσεις παραγωγής υποδηλώνει το προβάδισμα της οικονομικής αιτιότητας. Οι τρόποι παραγωγής, όπως η φεουδαρχία, ο καπιταλισμός κλπ. καθόριζαν την κοινωνική θέση των γυναικών, ενώ η οργάνωση της ιδιοκτησίας και της εργασίας διαμόρφωναν τις σχέσεις μεταξύ οικιακού και δημόσιου (Κέλι 1997). Το ερώτημα που θέτει η Judith Bennett (1997:389) «Πώς και γιατί η καταπίεση των γυναικών διήρκεσε τόσο πολύ, και σε τόσα πολλά και διαφορετικά συμφραζόμενα» παραπέμπει με άμεσο τρόπο σε ένα αναλυτικό πλαίσιο που επιδιώκει να έχει διιστορική ερμηνευτική αξία. Αυτό το πλαίσιο είναι η πατριαρχία. Η Μπένετ αποσυνδέει την πατριαρχία από την εξουσία του πατέρα και την οικογένεια (Gordon 1988) και υιοθετεί μια ευρύτερη σημασία του όρου, την οποία διατύπωσε η Andrienne Rich για να υποδηλώσει «ένα οικογενειακό-κοινωνικό, ιδεολογικό πολιτικό σύστημα στο οποίο οι άνδρες [...] καθορίζουν το ρόλο που θα έχουν ή δεν θα έχουν οι γυναίκες, σύστημα στο οποίο το θηλυκό είναι παντού υποταγμένο στο αρσενικό» (παρατίθεται στο ίδιο: 390). Η Μπένετ ισχυρίζεται ότι πρέπει να δοθεί στην πατριαρχία ιστορικό περιεχόμενο, το θεωρητικό όμως σχήμα προϋποθέτει «μια γενική δομή ανταγωνισμού των φύλων», συμφωνώντας με τη διατύπωση της Sally Alexander και της Barbara Taylor (1981). Η προτεραιότητα που δινόταν στην τάξη και στον τρόπο παραγωγής στη διαπλοκή της με την έμφυλη ανισότητα αντικαταστάθηκε στη μελέτη της Μπένετ από την προτεραιότητα της κυριαρχίας του φύλου στη συνάρθρωσή του με τα οικονομικά συστήματα (Μπένετ ό.π.:400). Αν όμως η πατριαρχία περιγράφει τα συστήματα μέσω των οποίων εγκαθιδρύθηκε η ανώτερη θέση των ανδρών, στη βάση της βρίσκεται μια ουσιοκρατική αντίληψη για την διαφορά των φύλων (Σκοτ 1996a).

Η εννοιολόγηση του φύλου ως αναλυτικής κατηγορίας αφορά ζητήματα ταυτότητας, υποκειμενικότητας, εμπειρίας που διασχίζουν την φεμινιστική θεωρία ενώ η προσέγγισή τους εκφράζει διαφορετικά αναλυτικά πλαίσια. Η επεξεργασία του φύλου ως αναλυτικής κατηγορίας από την Τζόουν Σκοτ θεμελιώνεται στη άρρηκτη σχέση δύο επιπέδων ανάλυσης: του φύλου ως συστατικού στοιχείου των κοινωνικών σχέσεων, που στηρίζεται στις αντιληπτές διαφορές ανάμεσα στα φύλα, και του φύλου ως πρωταρχικού τρόπου νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας (Σκοτ 1997).

Στο πρώτο σκέλος του ορισμού, το φύλο αναφέρεται στην κοινωνική και πολιτισμική κατασκευή της έμφυλης διαφοράς. Το φύλο εμπεριέχει τέσσερα στοιχεία που αφορούν τη διαδικασία κατασκευής έμφυλων σχέσεων: α. τα πολιτισμικά διαθέσιμα σύμβολα, β. τις κανονιστικές αντιλήψεις που εκφράζονται μέσω θρησκευτικών, επιστημονικών, νομικών και πολιτικών λόγων με τη μορφή διχοτομικών αντιθετικών σχημάτων και παγιώνουν το νόημα του άντρα και της γυναίκας, του αρσενικού και του θηλυκού, γ. το φύλο κατασκευάζεται στο πολιτικό πεδίο και στους θεσμούς μέσα από δυαδικές αναπαραστάσεις και όχι αποκλειστικά στο σύστημα της συγγένειας, στο νοικοκυριό και την οικογένεια. Γι' αυτό το λόγο χρειάζεται μια ευρύτερη αντίληψη της πολιτικής, δ. η υποκειμενική ταυτότητα αποτελεί το τέταρτο στοιχείο του φύλου. Οι ιστορικοί πρέπει να διερευνούν τη διαδικασία μέσα από την οποία κατασκευάζονται οι έμφυλες ταυτότητες.

hantz old13
Σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος του ορισμού του φύλου, το φύλο είναι πρωταρχικός τρόπος νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας. Το φύλο ως μεταφορά δομεί τις αντιλήψεις και τη συμβολική και υλική οργάνωση όλης της κοινωνικής ζωής, κατασκευάζοντας σχέσεις ανισότητας ακόμα σε πεδία που δεν έχουν εγγενή σχέση με την έμφυλη διαφορά. Το φύλο αποτελεί το πεδίο μέσα στο οποίο ή μέσω του οποίου αρθρώνεται η εξουσία. Η Σκοτ υποστηρίζει ότι όλες οι εννοιολογικές γλώσσες χρησιμοποιούν τη διαφοροποίηση ως μέσο παραγωγής νοήματος και με αυτή την έννοια η έμφυλη διαφορά είναι πρωταρχικός τρόπος νοηματοδότησης της διαφοροποίησης. Το ερώτημα για τη Σκοτ είναι πώς κατασκευάζονται, νομιμοποιούνται, αμφισβητούνται και διατηρούνται οι ιεραρχίες του φύλου. Η μέθοδος της γενεαλογίας που ακολουθεί η Σκοτ σημαίνει ότι δεν αναζητά τις απαρχές και τις ρίζες της έμφυλης ιεραρχίας σε κάποιο εξωτερικό αίτιο αλλά τη διαδικασία μέσω της οποίας παράγεται η γνώση για την έμφυλη διαφορά.

Η επίδραση του Μισέλ Φουκώ στον ορισμό της Σκοτ για το φύλο αφορά την έννοια των λόγων (discourses), δηλαδή τις πρακτικές του λόγου οι οποίες διαμορφώνουν τα υποκείμενα για τα οποία μιλάνε, και τη σχέση γνώσης και εξουσίας. Η Σκοτ αναλύει τη νομιμοποιητική λειτουργία της γνώσης καθώς στη δημιουργία νοήματος ενυπάρχουν η εξουσία και η διαμάχη για την επικράτηση ενός νοήματος. Η δυνατότητα να ελεγχθεί ένα πεδίο, να επικρατήσει ένα νόημα, βασίζεται σε ισχυρισμούς επιστημονικής γνώσης που βρίσκεται ενσωματωμένη στους πειθαρχικούς και επαγγελματικούς θεσμούς (νοσοκομεία, φυλακές σχολεία, εργοστάσια) και στις κοινωνικές σχέσεις (γιατρός/ασθενής, καθηγητής/μαθητής, εργοδότης/εργάτης, γονιός/παιδί, άνδρας/γυναίκα). Αυτή η γνώση εμφανίζεται σαν να είναι πέρα από την ανθρώπινη επινόηση, σαν απλώς να ανακαλύπτεται μέσα από την επιστημονική έρευνα και κατέχει τη θέση αντικειμενικής γνώσης. Η γνώση δεν είναι διακριτή από την εξουσία αλλά συνυφασμένη με αυτή. Το φύλο σημαίνει επομένως γνώση για τη διαφορά των φύλων, ενώ η ιστορία, μέσω των αναπαραστάσεων του παρελθόντος, συμμετέχει στην παραγωγή της γνώσης για τη διαφορά των φύλων.

hantz old14
Η Σκοτ εφαρμόζοντας την θεωρία του Φουκώ για την εξουσία, ότι δηλαδή δεν ταυτίζεται με ένα θεσμό ούτε είναι δομή, ούτε πρόκειται για μια δύναμη που κατέχουμε αλλά το όνομα που αποδίδουμε σε μια πολύπλοκη στρατηγική κατάσταση σε κάθε κοινωνία (Φουκώ 1982:93,94) θεωρεί ότι η εξουσία ασκείται από αναρίθμητα σημεία, στο παιχνίδι μεταξύ άνισων και μη σταθερών σχέσεων και προσπαθεί να ανιχνεύσει τα θετικά αποτελέσματά της, με την έννοια ότι διαμορφώνει τα υποκείμενα και τα αντικείμενα για τα οποία μιλάει.

Η έννοια της διαφοροποίησης και των διχοτομικών αντιθετικών σχημάτων που χρησιμοποιούν όλα τα εξηγητικά σχήματα προέρχεται από τον Ντεριντά. Η αποδόμηση ως μέθοδος αποσκοπεί στην ανατροπή ή αποσταθεροποίηση των διχοτομικών σχημάτων και αποκαλύπτει την αλληλεξάρτηση των φαινομενικά διχοτομικών όρων. Οι διαφορές μεταξύ των αντιθετικών όρων βασίζονται στην απώθηση των διαφορών στο εσωτερικό των όρων. Η ιστορική διερεύνηση πρέπει να αναδεικνύει τα αντιμαχόμενα νοήματα, τις αμφισημίες καθώς και τις σχέσεις εξουσίας που καθιστούν κυρίαρχη μια αντίληψη και την κάνουν να φαίνεται ως φυσική και ως η μόνη δυνατή.

Οι μετα-αποικιακές σπουδές έχουν επεξεργαστεί την λειτουργία των διχοτομικών αντιθέσεων στην παραγωγή νοήματος και στην κατασκευή της κεντρικότητας και της περιθωριακότητας. Η έννοια της πολιτικής διευρύνεται και εμπεριέχει «την απαγόρευση της περιθωριακότητας που υπονοείται στην παραγωγή κάθε ερμηνείας» (Spivak 1987, 113). Η Spivak θεωρεί τους δυϊσμούς που χρησιμοποιούν όλα τα εξηγητικά σχήματα ως μια αποικιοκρατική πράξη που περιθωριοποιεί και που βασίζεται σε ένα υποκείμενο γνώστη που βρίσκεται πέρα από την ιστορία.

hantz old15

Για την Σκοτ η ιστορία του φύλου δεν αφορά τα όσα συνέβησαν στις γυναίκες και στους άνδρες ως προ-κοινωνικές υποστασιοποιημένες κατηγορίες αλλά πώς αυτές οι κατηγορίες ταυτότητας έχουν συγκροτηθεί (Scott ό.π.).

Η πιο σημαντική κριτική που έχει δεχθεί η Σκοτ αφορά την κατηγορία της εμπειρίας, η οποία αποτελούσε τη βάση της ταυτότητας του φεμινιστικού κινήματος αλλά και το βασικό ερμηνευτικό εργαλείο της κοινωνικής ιστορίας. Η κριτική που της ασκείται (δεν θα αναφερθώ εδώ στις εμπειρικές προσεγγίσεις) δεν αφορά την θεώρηση ότι η γλώσσα δομεί την ανθρώπινη εμπειρία ούτε ότι οι σημασίες είναι ασταθείς, αντιφατικές και αμφίσημες. Ούτε την αξία της αποδόμησης, η οποία εκθέτει τις σιωπές, ιεραρχίες, αντιφάσεις που εμπεριέχονται σε κάθε σημασία. Ούτε και την θεώρηση ότι η έμφυλη διαφορά είναι πολιτικά και κοινωνικά κατασκευασμένη. Αλλά ότι χρησιμοποιεί ένα θεωρητικό λεξιλόγιο που αναπτύχθηκε στη φιλοσοφία και την κριτική της λογοτεχνίας και όχι για τη μελέτη της ιστορίας (Sewell 1990) ή μια θεωρία της γλώσσας που προκρίνει τα κατεστημένα συστήματα λόγου (discourses) έναντι των πρακτικών του λόγου (Βαρίκα 2000). Ο Sewell υποστηρίζει ότι το αντικείμενο της ιστορίας είναι η ανθρώπινη εμπειρία και γι' αυτό το λόγο η θέση της γλώσσας είναι διαφορετική στην ιστορία απ' ό,τι στη μελέτη της λογοτεχνίας. Είναι διαφορετικό να μελετάει και να ερμηνεύει κανείς λογοτεχνικά κείμενα και διαφορετικό να υποστηρίζουμε ότι ο κόσμος δομείται ως κείμενο, ή ότι αρκούν από μόνα τους τα κείμενα να ερμηνεύσουν την «εμπειρία» που ο ιστορικός ζητά να μάθει από το κείμενο (στο ίδιο: 80). Αυτό συμβαίνει, υποστηρίζει ο Sewell, επειδή το αντικείμενο του ιστορικού δεν είναι η γλώσσα αλλά οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Και ενώ δέχεται ότι ο κοινωνικός κόσμος δομείται από τη γλώσσα, η διαφορά από την ερμηνεία των λογοτεχνικών κειμένων έγκειται στο ότι «η γλώσσα χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για να κάνουν πράγματα». Το νόημα κάθε δήλωσης δεν παρέχεται από τη συντακτική ή σημασιολογική δομή αλλά εξαρτάται από την κοινωνική διαδικασία της σύγκρουσης αναφορικά με τη σημασία (81). Για τον Sewell η εμπειρία είναι η διαδικασία της απόδοσης νοήματος στα γεγονότα καθώς συμβαίνουν (82). Η ανάλυση δεν πρέπει να περιορίζεται στο πώς τα κείμενα ενσωματώνουν και κωδικοποιούν έμφυλες σχέσεις ανισότητας αλλά να ανιχνεύει πώς αυτές οι ιδέες μετασχηματίζονται, αμφισβητούνται, ή ενισχύονται στην κοινωνική πρακτική.

Η εννοιολόγηση του φύλου ως αυτόνομου συστήματος δέχτηκε την δεκαετία του 1990 κριτική κυρίως από τις έγχρωμες φεμινίστριες. Χρησιμοποιώντας την έννοια της διάδρασης (intersectionality), υποστήριξαν ότι η ανάλυση του φύλου πρέπει να συμπορεύεται με την ανάλυση της τάξης, φυλής και σεξουαλικότητας καθώς αποτελούν διαπλεκόμενες και αλληλοεξαρτώμενες πολιτισμικές κατασκευές.

Πηγή: http://www.aegean.gr/gender-postgraduate/Documents/%CE%9C%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7%20%CE%A7%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.pdf

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ