Menu
21 / 11 / 2019 - 01:23 am
A Site By Your Side
A+ A A-

istoria-fylou

Ποθητή Χαντζαρούλα

Ταυτότητα και διαφορά

Η κριτική στην έννοια του Δυτικού υποκειμένου ως ενιαίου, έλλογου και αυτόνομου και η διατύπωση της υποκειμενικότητας ως ασταθούς πεδίου, οδήγησε και στην κριτική της ίδιας της κατηγορίας «γυναίκα».

Αν οι λέξεις και οι έννοιες έχουν σημασίες που αλλάζουν ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιούνται, τότε και η κατηγορία «γυναίκα» δεν είναι διαφανής, δεν αντανακλά μια αντικειμενική εμπειρία, αλλά έπρεπε να τεθεί σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Οι κατηγορία αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μια σταθερή και συνεκτική κατηγορία που να βασίζεται σε κοινά για όλες τις γυναίκες και διαχρονικά χαρακτηριστικά πάνω στην οποία να στηριχθεί η φεμινιστική δράση. Η έννοια γυναίκα βρίσκεται σε διαρκή διαπραγμάτευση και αλλαγή ενώ εμπεριέχει διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους.

Η Denise Riley έχει υποστηρίξει ότι ενώ η κατηγορία «γυναίκα» έχει τεθεί σε κριτική διαπραγμάτευση δεν συνέβη το ίδιο με την κατηγορία «γυναίκες» που αποτέλεσε τη βάση της συλλογικής ταυτότητας του φεμινισμού. Πολλές φεμινίστριες πίστευαν ότι χωρίς μια συνεκτική ταυτότητα δεν μπορεί να υπάρξει ένα φεμινιστικό πολιτικό κίνημα στο οποίο ενώνονται ως γυναίκες ώστε να διαμορφώσουν και να επιδιώξουν συγκεκριμένους φεμινιστικούς στόχους. Η Riley υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες των ταυτοτήτων δεν αποτελούν σταθερές και ενιαίες κατηγορίες. Η σημασία τους είναι αποτέλεσμα σχέσεων εξουσίας και διαμάχης μέσα από τις οποίες παγιώνεται ο ορισμός τους και εμφανίζονται σαν φυσικές, διαφανείς και ενιαίες κατηγορίες.

Η αποδομητική προσέγγιση συνίσταται στο να αποκαλύψει τις ποικίλες και αντιφατικές σημασίες της διαφοράς των φύλων και των κοινωνικών κατηγοριών και να θεωρητικοποιήσει την πολλαπλότητα των σχέσεων υποταγής. Κάθε υποκείμενο συγκροτείται μέσα από μια σειρά «θέσεων» που δεν παγιώνονται σε ένα κλειστό σύστημα διαφορών και παράγονται από μια ποικιλία λόγων που δεν βρίσκονται πάντοτε σε σχέση μεταξύ τους. Η ταυτότητα επομένως είναι πάντοτε σχετική και μεταβαλλόμενη, παγιώνεται προσωρινά μέσα από τη σχέση των θέσεων και των μορφών ταύτισης (Mouffe 1992). Ορίζεται πάντοτε σε σχέση με άλλες κατηγορίες και ως συλλογική ταυτότητα και ως ατομική ταυτότητα και επομένως δεν αποτελεί μια οντολογική κατηγορία (Riley 1988). Εφόσον η ταυτότητα δεν αντιστοιχεί σε κάποια ενιαία ή ενοποιητική ουσία, δεν τίθεται επομένως ως ζήτημα η ανακάλυψή της.

hantz old17
Η Riley προτείνει μια αρχαιολογική προσέγγιση που δεν στηρίζεται στο να ανακαλύψει τις ρίζες της ταυτότητας αλλά το πώς έχουν οριστεί και προσδιοριστεί ως γυναίκες στην πολιτική, στο νόμο, στο κράτος πρόνοιας. Αυτοί οι προσδιορισμοί έχουν «υλικά» αποτελέσματα στο πώς οι ίδιες οι γυναίκες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. (στο ίδιο, Scott 1996a). Η μελέτη των μεταβαλλόμενων σχέσεων μεταξύ της κατηγορίας «γυναίκα» και της έννοιας ανθρωπότητα αναδεικνύει την προσωρινότητα και την αστάθεια των κατηγοριών. Η ιστορία της σεξουαλικοποίησης των γυναικών και της ταύτισής τους με το φύλο στο Διαφωτισμό εισχώρησε στις πνευματικές και διανοητικές λειτουργίες τους. Ο φεμινισμός διαμορφώθηκε στο εσωτερικό αυτών των πολιτικών και κοινωνικών σχηματισμών, μέσα από τις έννοιες της ισότητας και της διαφοράς, της πρόσδεσής του με την κατηγορία της Ανθρωπότητας και της αποσύνδεσής του από αυτή. Παράλληλα μια ιστορία του φεμινιστικού κινήματος δεν πρέπει να ακολουθεί μια γραμμική πορεία εξέλιξης αλλά να αναγνωρίζει τις ασυνέχειες με την υποκειμενικότητα των γυναικών σε προηγούμενες περιόδους όπου οι έννοιες του ανταγωνισμού των φύλων και της τοποθέτησης των γυναικών ως ενότητες απέναντι σε όλους τους άνδρες παύουν να διατηρούν την ισχύ τους «την εποχή του φεμινισμού». Και η Τζόουν Σκοτ και η Denise Riley έχουν αναφερθεί στα «παράδοξα» ή στις «ειρωνείες» του φεμινισμού όπου η ηθική αποκατάσταση των γυναικών έχει σαν αποτέλεσμα την κατάφαση της «διαφορετικότητάς τους». Τα ερωτήματα λοιπόν που θέτει η αποδομητική προσέγγιση είναι: Πώς κατασκευάστηκε η κατηγορία «γυναίκα» μέσα σε διαφορετικούς λόγους; Πώς η διαφορά των φύλων απέκτησε τη μορφή διάκρισης στις κοινωνικές σχέσεις; Πώς μέσα από αυτή τη διάκριση συγκροτήθηκαν σχέσεις εξουσίας και υποταγής; Από τη στιγμή που δεν υπάρχει η κατηγορία «γυναίκα» ως ομοιογενής ενότητα απέναντι σε μια άλλη ομοιογενή ενότητα «άνδρας» αλλά η πολλαπλότητα των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες η διαφορά των φύλων κατασκευάζεται με πολύ διαφορετικούς τρόπους, το ζήτημα ισότητα ή διαφορά χάνει το νόημά του. Οι μελέτες των φεμινιστικών κινημάτων και οργανώσεων μετά τον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι αποκαλυπτικές για τις μεταβολές της σχέσης της κατηγορίας «γυναίκα» με τον ανθρωπισμό και την έννοια του ατόμου.

hantz old18
Η κριτική στο μεταδομισμό προήλθε επίσης από όσες θεώρησαν ότι η πολλαπλότητα, η ρευστότητα και η αστάθεια των ταυτοτήτων έθετε σε κίνδυνο την αναγνώριση των υπάλληλων υποκειμένων σε υποκείμενα της ιστορίας και την διεκδίκηση της υποκειμενικότητάς τους. Η αναγνώριση της διαφοράς στην ιστορική μελέτη, που προήλθε από την κριτική των έγχρωμων φεμινιστριών στα τέλη της δεκαετίας του '70 και η οποία στόχευε στο να αναδείξει τον ρατσισμό του φεμινισμού (Lorde), τους αόρατους μηχανισμούς εξουσίας (ταξικούς, εθνοτικούς, φυλετικούς, ταξικούς, θρησκευτικούς) που διαμόρφωσαν την κατηγορία «γυναίκες», δημιούργησε σε πολλές περιπτώσεις μονολιθικές και παγιωμένες κατηγορίες όπως «γυναικεία εργατική τάξη», «γυναίκες του Ισλάμ», «Αφρο-αμερικανές γυναίκες» χωρίς να αναρωτηθεί για την ιστορικότητα αυτών των κατηγοριών: μέσα από ποιες διαδικασίες και σχέσεις εξουσίας διαμορφώθηκαν, πότε εμφανίστηκαν, ποιους σκοπούς εξυπηρετούν (Scott 1996a). Η ιστορικοποίηση των κατηγοριών της κοινωνικής διαφοροποίησης αποτελεί για τη Σκοτ βασικό μεθοδολογικό ζητούμενο (στο ίδιο:10).

Η ταυτότητα παράγεται από λόγους και δεν είναι ποτέ σταθερή και μονολιθική αλλά υπόκειται σε μεταβολές στη διαπλοκή της με το φύλο, την εθνικότητα, την τάξη, την εθνότητα και τη σεξουαλικότητα. Η ανάλυση των υποκειμένων που βρίσκονται σε οριακές περιοχές αποκαλύπτει την φενάκη των δυϊσμών. Οι προφορικές μαρτυρίες αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα της γυναικείας ταυτότητας. Η Λουίζα Πασσερίνι υποστηρίζει ότι η έννοια της ταυτότητας δεν υπακούει σε προκαθορισμένους κανόνες. Η αποδοχή των διαφορών και όχι η εξομοίωση θα διαμορφώσει τη συνείδηση της ύπαρξής τους ως γυναίκες (Πασσερίνι 1998: 253). Τα υποκείμενα βρίσκονται πάντοτε σε διαδικασία συγκρότησης μέσα από μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ομοιότητας και διαφορετικότητας, και, επομένως, μια γυναικεία ταυτότητα είναι δυνατή μόνο στη βάση της διαφορετικότητας.

Η κριτική στην έννοια του υποκειμένου της νεωτερικότητας, ενός ενιαίου, κυρίαρχου και αυτόνομου υποκειμένου οδήγησε στο ερώτημα «Με ποιο τρόπο δημιουργούμε ένα κοινωνικό υποκείμενο που να είναι αποτελεσματικό στην πολιτική πράξη»; Η κριτική του υποκειμένου και η κριτική των μαύρων φεμινιστριών για τον οικουμενισμό του λευκού φεμινισμού φέρνει στο προσκήνιο τη δυσκολία του επαναπροσδιορισμού των δεσμών με βάση τους οποίους είναι δυνατή και βιώσιμη η πολιτική. Με ποιο τρόπο θα καταστεί δυνατό η κατηγορία «γυναίκα» να αποτελέσει τη βάση της πολιτικής κινητοποίησης; Η έννοια της κοινότητας των γυναικών και της διάσπασης της ενότητάς της είναι κεντρικό ζήτημα της φεμινιστικής οπτικής και αποτελεί κέντρο του προβληματισμού της Judith Butler. Η Butler θέτει καίρια ερωτήματα όπως: «Ποιος δεν έχει φωνή στο φεμινισμό;» «Ποιο ήταν το υποκείμενο του φεμινισμού και πλέον δεν είναι;» «Πώς ο φεμινισμός ανοίχτηκε ώστε να απευθυνθεί σε πολλά γυναικεία υποκείμενα και όμως ακόμη δεν έχει προσδεθεί παρά με πολύ λίγα;»

 hantz old19

Φύλο και ιστοριογραφία

Οι ιστορικοί του φύλου έθεσαν ερωτήματα που αφορούσαν την έμφυλη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και της ιστορικής γραφής (Smith 1998). Η συγκρότηση της ιστορίας ως πειθαρχίας είναι έμφυλη, αφού δεν ήταν η απουσία των πηγών που οδήγησαν τους ιστορικούς να αγνοήσουν τις γυναίκες αλλά η ίδια η συγκρότησή της μέσα από το ιεραρχικό δίπολο δημόσιο/ιδιωτικό που καθόρισε τι αποτελεί και τι όχι αντικείμενο έρευνας. Θεσπίζοντας ως αντικείμενό της το δημόσιο χώρο και την πολιτική, παραμέρισε τις εμπειρίες των γυναικών ανάγοντάς τες στην ιδιωτική σφαίρα.

Η Τζόουν Σκοτ στη μελέτη της για το ιστορικό επάγγελμα στην Αμερική υποστηρίζει ότι το υποκείμενο της ιστορικής γραφής ταυτιζόταν με τον λευκό δυτικό άνδρα (1988). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες αποκλείστηκαν ως υποκείμενα αλλά ότι συμπεριελήφθησαν σε μια γενική, ενιαία έννοια του Ανθρώπου ως διαφορετικές και κατώτερες. Το θηλυκό ταυτιζόταν με την ιδιαίτερη κατάσταση, ενώ το αρσενικό αποτελούσε οικουμενικό σημαίνον.

Η Smith θέτει ως κέντρο της μελέτης της τον ιστορικό και εξετάζει το ρόλο του φύλου στην κατασκευή της αντικειμενικότητας στην ιστορική γραφή. Ενώ η ιστορία την εποχή της συγκρότησής της ως επαγγέλματος και μετέπειτα αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό οικογενειακή υπόθεση αφού τα μέλη της οικογένειας (κυρίως σύζυγοι και κόρες) συμμετείχαν σε διαφορετικά στάδια της έρευνας και της συγγραφής, ο τίτλος του συγγραφέα ήταν αποκλειστικά ανδρικός (Smith 1992). Το επάγγελμα του ιστορικού θεωρήθηκε και κατασκευάστηκε ως ανδρική ενασχόληση αλλά και η ιστορική φαντασία ήταν βαθιά έμφυλη καθώς διαπερνώνταν από έμφυλες αναπαραστάσεις και διχοτομίες. Η επιστημονικότητα της ιστορίας βασιζόταν στην δυνατότητα των ανδρών να θέτουν στο περιθώριο το φύλο, την τάξη, την πολιτική στάση, τα πάθη και τα ενδιαφέροντά τους. Η ιστορική έρευνα αποτελούσε στοιχείο της ανδρικής ταυτότητας, ενώ η ακαδημαϊκή ζωή δομούνταν ως αδελφότητα. Οι πρακτικές και οι ορισμοί της ιστορίας ήταν έμφυλοι. Η Smith έχει επίσης περιγράψει τα εμπόδια που απέτρεψαν τις γυναίκες από τη συγγραφή της ιστορίας.

hantz old21
Αναλύοντας τη σχολή του γερμανικού ιστορικισμού το δέκατο ένατο αιώνα και τη συμμετοχή των γερμανών ιστορικών στα εθνικά και φιλελεύθερα κινήματα (1815-1848), η Regina (Schulte 2000) υποστηρίζει ότι η ενσωμάτωση της μοναρχίας στην εθνική ιστορία πραγματοποιήθηκε με τη χρήση έμφυλων αναπαραστάσεων. Η εικόνα της βασίλισσας (στην οποία απέδιδαν τα ιδεατά χαρακτηριστικά της αστής μητέρας και συζύγου) έπαιξε κεντρικό ρόλο στον μετασχηματισμό της μοναρχίας και στην ενσωμάτωσή της στην εθνική ιστορία. Η ακαδημαϊκή γλώσσα των αστών ιστορικών χρησιμοποιούσε το υλικό του γάμου, της συγγένειας, της αγάπης, του δράματος της βασιλείας και της κάθαρσης ως μέσου για την υποστήριξη της συνταγματικής μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της έννοιας της ιστορικής προόδου. Η μεταμόρφωση του βασιλικού ζευγαριού σε αστική οικογένεια σηματοδοτεί τη μεταμόρφωση της μοναρχίας στην ιστορική αφήγηση. Η εικόνα της Μαρίας Αντουανέτας ως μητέρας και συζύγου, ικανής να κατανοηθεί από τους ανθρώπους, να γίνει αντικείμενο οίκτου και αγάπης μέσω της τιμωρίας, ενσωμάτωσε τη βασίλισσα στην εθνική μυθολογία. Η εικόνα της βασίλισσας μπροστά από το Επαναστατικό Δικαστήριο ως μητέρας και συζύγου ενσωμάτωσε τη βασίλισσα στην εθνική ιστορία και ταυτόχρονα επανόρθωσε την τραυματισμένη εικόνα του θεσμού της οικογένειας, που είχε βληθεί από την Επανάσταση. Η αναπαράσταση της Λουΐζας της Πρωσίας και του Φρειδερίκου Γουλιέλμου ΙΙ στην ιστοριογραφία ως αστικής οικογένειας μέσω του τονισμού των ατομικών χαρακτηριστικών τους, της απλότητας, μεταμόρφωσαν το βασιλικό ζευγάρι σε αστική οικογένεια. Η Λουΐζα αποτελούσε την επιτομή της ενάρετης μητέρας και συζύγου.

hantz old22
Η μελέτη του ιστορικού επαγγέλματος στις ευρωπαϊκές χώρες έθεσε το ζήτημα της αντικειμενικότητας και της υποκειμενικότητας στο επίκεντρο της ανάλυσης (Passerini και Voglis 1999). Ο ισχυρισμός της αντικειμενικότητας στηριζόταν στην απόκρυψη του ιστορικού ως συγγραφέως της ιστορίας. Όσο περισσότερο ο ιστορικός ήταν αθέατος στη γραφή της ιστορίας, τόσο περισσότερο αντικειμενική και καθολική ήταν η ανάγνωση του παρελθόντος. Επομένως η μεθοδολογική επιλογή που τοποθετεί την υποκειμενικότητα του ιστορικού στο επίκεντρο της μελέτης αποκαλύπτει την υποκειμενικότητα και τις ιδιαιτερότητες της ιστορικής γραφής, αποσταθεροποιώντας την οικουμενικότητα της his-story και τους ισχυρισμούς της αντικειμενικότητας που βασίζονται στην απόκρυψη του ιστορικού.

Οι μελέτες αμφισβητούν την ομοιογένεια της αφήγησης του παρελθόντος και υποστηρίζουν ότι διαφορετικοί τρόποι αφήγησης σχετίζονται με την υποκειμενικότητα του ιστορικού. Επίσης εισάγουν την σχέση της καθημερινής ζωής και της υποκειμενικής εμπειρίας και της ιστορικής γραφής. Η ιστορία της Ιταλικής Ενοποίησης πριν συγκροτηθεί σε πεδίο ιστορικής μελέτης γραφόταν από τις γυναίκες ως οικογενειακή ιστορία και αποτελούσε τόσο καθήκον προς το έθνος όσο και προς την οικογένεια. Οι γυναίκες αυτές απέδιδαν μέσω της συγγραφής της ιστορίας φόρο τιμής στα μέλη της οικογένειάς τους που συμμετείχαν στην δημιουργία του ιταλικού κράτους. Η εθνική ιστορία ήταν ταυτόχρονα και οικογενειακή ιστορία, καταλύοντας τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού. Στον τόμο αναλύονται επίσης οι συστηματικές προσπάθειες να περιθωριοποιηθούν οι γυναίκες ιστορικοί.

hantz old23

Agnes Strickland

Φύλο και ιστορία της εργασίας

Η περιθωριοποίηση της γυναικείας εργατικής ιστορίας θεωρήθηκε αποτέλεσμα τόσο της διαιώνισης των εννοιολογικών δυϊσμών ανδρική/γυναικεία εργασία, δημόσιο/ιδιωτικό, παραγωγική/αναπαραγωγική εργασία και όσο και της εμμονής στην ανδρική εργασία και εμπειρία (Baron 1991). Τη δεκαετία του 1990 η εισαγωγή της έννοιας του φύλου ως κατηγορίας της ιστορικής ανάλυσης μετατόπισε το κέντρο βάρους από την έννοια της εμπειρίας, η οποία είχε κεντρική σημασία για την ιστορία της γυναικείας εργασίας, στον τρόπο με τον οποίο η έμφυλη διαφορά νοηματοδοτεί και κατασκευάζει τις ταξικές ταυτότητες. Η κριτική της Τζόουν Σκοτ (1988) στα έργα του E.P. Thompson και του Gareth Stedman Jones έδειξε ότι ο αποκλεισμός των γυναικών από την ιστορία της ταξικής συγκρότησης δεν οφειλόταν στην απουσία τους αλλά στον τρόπο που οι ίδιοι οι ιστορικοί εννοιολόγησαν την τάξη. Το αφήγημα της τάξης δομούνταν και ως προς την αφήγηση και ως προς την πλοκή ως ανδρική ιστορία.

Επομένως αν οι γυναίκες απουσίαζαν από την ιστορία της τάξης, αυτό οφειλόταν στην εννοιολόγηση της ταξικής ταυτότητας ως ανδρικής ταυτότητας. Οι ιστορικοί αναπαρήγαγαν την έμφυλη κατανόηση της τάξης που είχε διαμορφωθεί από τους πρώιμους σοσιαλιστές, το συνδικαλιστικό κίνημα και τους Χαρτιστές.

Η επιρροή της «γλωσσικής στροφής» σε όσες/όσους μελετούσαν την ιστορία της εργασίας οδήγησε στο να αμφισβητήσουν την οικουμενικότητα της αναλυτικής κατηγορίας της τάξης και να αναδείξουν την σημασία άλλων κατηγοριών στην ανάλυση της τάξης όπως του φύλου, φυλής, εθνότητας. Η ανάλυση των λόγων, της ρητορικής, της κατασκευής των κοινωνικών κατηγοριών όπως τάξη, εργάτης, ειδίκευση, φυλή, μισθός, έστρεψαν την προσοχή από την διαμόρφωση της τάξης στο ζήτημα της ταυτότητας (Berlanstein 1993). Ταυτόχρονα υπήρχε η ανάγκη ανανέωσης των νοητικών κατηγοριών της εργατικής ιστορίας και η ενσωμάτωση των μεθοδολογικών και επιστημολογικών επιρροών του μεταδομισμού και της ανάλυσης του φύλου.

Η ένταξη του φύλου στην ιστορία της εργασίας αποσκοπούσε στο να εξεταστεί με ποιους τρόπους οι αντιλήψεις για τη θηλυκότητα και την ανδρικότητα διαμόρφωσαν σχέσεις υποταγής και κυριαρχίας και με ποιους τρόπους αυτές όριζαν μηχανισμούς αποκλεισμού και ενσωμάτωσης στην εργασία και στο εργατικό κίνημα (Frader 1995). Πώς οι αντιλήψεις για το φύλο διαμόρφωσαν τις εργασιακές σχέσεις τόσο μεταξύ ανδρών και γυναικών όσο και μεταξύ ενήλικων ανδρών και μαθητευόμενων καθώς και τις εργασιακές ταυτότητες;

hantz old24

Η ενσωμάτωση του φύλου στο εργατικό κίνημα και οι δυναμικές της φυλής και της εθνότητας στη διάδρασή τους με το φύλο και την τάξη συνιστούν ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της εργατικής ιστορίας. Η μελέτη της συμμετοχής των γυναικών στα επαγγελματικά σωματεία στην Αμερική την περίοδο 1870-1930 ανέτρεψε προηγούμενες προσεγγίσεις οι οποίες παρουσίαζαν τις εργαζόμενες γυναίκες προσανατολισμένες στον ρομαντικό έρωτα και στο οικιακό ιδεώδες, ταυτίζοντας την ιδεολογία της κανονιστικής λογοτεχνίας με τις συμπεριφορές και τις προσδοκίες των ανθρώπων και θεωρώντας τις υπεύθυνες για την έλλειψη εργατικής συνείδησης και οργάνωσης. Ενώ παλαιότερες μελέτες υποστήριζαν ότι τα βιομηχανικά σωματεία πρόσφεραν περισσότερες υποσχέσεις στις γυναίκες, η μελέτη των επαγγελματικών σωματείων των τριών πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα έδειξε ότι ενθάρρυναν τη συμμετοχή των γυναικών και προώθησαν τη συμμετοχή τους στην οργάνωση και τις αποφάσεις. Οι μελέτες για τις Εβραίες μετανάστριες από την Ανατολική Ευρώπη στις βιομηχανίες ενδυμάτων της Νέας Υόρκης, των Ιρλανδο-αμερικανίδων τηλεφωνητριών στη Βοστόνη, των σερβιτόρων στο Ντιτρόιτ και στο Σαν Φρανσίσκο, τονίζουν ότι οι εργατικές κινητοποιήσεις και η δημιουργία γυναικείων επαγγελματικών σωματείων διαπερνώνταν από την υπερηφάνεια για το επάγγελμα και την ταυτότητα του τεχνίτη (Cobble 1991, Norwood 1990, Baron 1991). Οι μελέτες δείχνουν ότι η γυναικεία εργατική κουλτούρα εδραζόταν στο ρομαντικό έρωτα και στον καταναλωτισμό και τη διασκέδαση αλλά και στα ιδεώδη της κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής ισότητας και στην αντίσταση στην εργοδοτική ασυδοσία. Ο αποκλεισμός των μαύρων γυναικών από τα επαγγελματικά σωματεία και οργανώσεις, όπως των σερβιτόρων, των νοσοκόμων και των διδασκαλισσών αποκαλύπτει τους φυλετικούς αποκλεισμούς που δομούσαν τις ταξικές και επαγγελματικές ταυτότητες (Hine 1989, De Vault 1990). Η εμφάνιση των βιομηχανικών σωματείων κάτω από τη σημαία του Congress of Industrial Organization (CIO) που γενικεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του '30 εγκατέλειψε την πολιτική των φυλετικών διακρίσεων ενώ ταυτόχρονα περιθωριοποίησε τις γυναίκες.

Η μελέτη των γαλλίδων απεργών στη βιομηχανία υφασμάτων και στρατιωτικού εξοπλισμού στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έδειξε ότι οι πρακτικές των γυναικών αποσταθεροποίησαν τη συνοχή του νοήματος της έμφυλης διαφοράς (Down 1991). Η απεργία των εργατριών για τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας αντιμετωπίστηκε από την αστυνομία μέσα από λόγους που ταύτιζαν τις απεργούς με τη σεξουαλικότητα.

hantz old25

Amalgamated Clothing Workers Strike, 1915

Η ανάλυση της κατασκευής της ανδρικότητας στην εργατική τάξη και η διαλεκτική σχέση των λόγων για την ανδρικότητα και των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες γεννήθηκαν, έδειξαν ότι οι έμφυλες σχέσεις δεν αποτελούν ένα συνεκτικό σύστημα ανδρικής κυριαρχίας ούτε παράγουν στατικές κατηγορίες. Το νόημα της ανδρικότητας ορίζεται, διαμορφώνεται και αποδιαρθρώνεται μέσα στους εργατικούς αγώνες. Η δημιουργία μιας ανδροκρατικής εργατικής κουλτούρας είναι αντικείμενο πολλών μελετών στις Ηνωμένες Πολιτείες (Kessler-Harris, 1990) και στην Ευρώπη. Μέσα από την εξέταση των συμβολικών αναπαραστάσεων της ανδρικότητας αναδύεται ο εκρομαντισμός της βίας και η κατασκευή της εργασίας και του εργάτη ως άνδρα (Faue 1991). Οι γυναίκες είτε ήταν αθέατες είτε εικονογραφούνταν σε βοηθητικούς ρόλους, ως σύζυγοι και όχι ως εργάτριες.
Η εισαγωγή του φύλου στη μελέτη του σχηματισμού της εργατικής τάξης έδειξε ότι διαδικασίες όπως η πρωτο-εκβιομηχάνιση και η προλεταριοποίηση δεν αποτελούσαν ουδέτερες ως προς τις έμφυλες σχέσεις διαδικασίες (Frader και Rose 1994).

Ιστορία του σώματος, ιστορία της επιστήμης

Η εισαγωγή της έννοιας του κοινωνικού φύλου (gender) δήλωνε την απόρριψη του βιολογικού καθορισμού που περιέχεται στη χρήση του όρου φύλο και το όριζε ως κοινωνική και πολιτισμική κατασκευή. Αποσυνδέοντας το κοινωνικό φύλο από το βιολογικό φύλο, δήλωνε ότι το κοινωνικό φύλο δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο συνέπεια του βιολογικού φύλου, ότι οι γυναίκες όπως και οι άνδρες δεν καθορίζονται από τις βιολογικές διαστάσεις του φύλου τους αλλά από την πολιτισμική νοηματοδότηση των βιολογικών τους διαφορών.

Αποτελεί όμως το φύλο κοινωνική κατηγορία που επιβάλλεται σε έμφυλα σώματα; Η διάκριση μεταξύ φύλου και κοινωνικού φύλου εμπεριέχει προβλήματα καθώς προσδίδει στο σώμα έναν αυτόνομο ρόλο ενώ οι γνώσεις μας και για αυτό αποτελούν πολιτισμικά προϊόντα. Αν ο όρος κοινωνικό φύλο δηλώνει την πολιτισμική κατασκευή τότε τι γίνεται με τον όρο φύλο; Έχει το φύλο ιστορία, και αν ναι, είναι τα φυσικά δεδομένα του φύλου και αυτά πολιτισμικές κατασκευές της επιστήμης; Αν όμως και το φύλο αποτελεί πολιτισμική κατασκευή, θα είχε νόημα να ορίσουμε το κοινωνικό φύλο ως πολιτισμική ερμηνεία του φύλου; Αν δεχτούμε ότι το φύλο δεν αποτελεί για τη φύση ό,τι το κοινωνικό φύλο για τον πολιτισμό και ότι το κοινωνικό φύλο πρέπει να δηλώνει το μηχανισμό μέσω του οποίου παράγονται τα φύλα, τότε το κοινωνικό φύλο πρέπει να εννοιολογηθεί ως το σύνολο των πολιτισμικών πρακτικών και λόγων μέσω των οποίων το φύλο παράγεται ως «προ-πολιτισμικό» ή ως «φυσικό», ως ουδέτερη επιφάνεια πάνω στην οποία ενεργεί ο πολιτισμός (Butler 1999).

hantz old26

Judith Butler

Η διατήρηση της διχοτομικής διάκρισης φύλο-κοινωνικό φύλο έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και θεωρητικής επεξεργασίας της ιστορίας της επιστήμης, της ιστορίας του σώματος και των queer studies. Όπως τονίζει η Γκιζέλα Μποκ, η διχοτομική διάκριση φύλο-κοινωνικό φύλο επαναφέρει δυϊσμούς της βιολογίας καθώς θεωρεί το φύλο «βιολογικό» και το κοινωνικό φύλο «κοινωνικό» ή «πολιτισμικό» και στηρίζεται στην παραδοχή ότι το βιολογικό φύλο μετασχηματίζεται σε κοινωνικό. Η Μποκ δεν προτείνει να εγκαταλειφθεί ο όρος κοινωνικό φύλο αλλά η γλωσσική και θεωρητική διχοτομία ανάμεσα στο φύλο και στο κοινωνικό φύλο.

Υποστηρίζει ότι ο όρος κοινωνικό φύλο πρέπει να συμπεριλαμβάνει τόσο τη φυσιολογική όσο και την κοινωνική διάσταση. Η αντικατάσταση της φύσης από τη βιολογία δημιούργησε ακόμα περισσότερα προβλήματα καθώς ταυτίζεται με το γυναικείο σώμα, υπονοώντας ότι το ανδρικό σώμα δεν έχει «βιολογία», και ανάγει το γυναικείο σώμα σε μια μη ιστορική κατηγορία. Η έννοια της διαφοράς έχει νομιμοποιήσει τις διακρίσεις εναντίον των γυναικών (Μποκ 1997). Η Μποκ προτείνει να εγκαταλείψουμε τις έννοιες της βιολογίας, καθώς βασίζονται στην παραδοχή ότι παραμένουν αναλλοίωτες και είναι προ-πολιτισμικές, ενώ, στην ουσία, αποτελούν βιολογικές αξιολογικές κρίσεις (στο ίδιο). Οι ιστορικές μελέτες που εστιάζουν στις λεγόμενες βιολογικές λειτουργίες των γυναικών (μητρότητα, τεκνοποιία, τροφοί, μαίες, πόρνες) αναδεικνύουν την πολιτισμική και ιστορική διαμόρφωση του σώματος. Η Donna Haraway υποστηρίζει ότι η «ερμηνευτική δύναμη της 'κοινωνικής' κατηγορίας του gender εξαρτάται από την ιστορικοποίηση των κατηγοριών φύλο, φύση, σάρκα, φυλή, έτσι ώστε η διχοτομική, καθολική αντίθεση που γέννησε το σύστημα φύλο/κοινωνικό φύλο σε ένα συγκεκριμένο τόπο και χρόνο στη φεμινιστική θεωρία να δώσει τη θέση της σε [...] θεωρίες της ενσωμάτωσης, όπου η φύση δε γίνεται πλέον κατανοητή ως πηγή της κουλτούρας ούτε το φύλο ως πηγή του gender» (Haraway, 1991:148).

hantz old27

Donna Haraway

Η επιμονή της φεμινιστικής ιστορίας στη διάκριση φύλου/κοινωνικού φύλου εξυπηρετούσε το στρατηγικό στόχο της φεμινιστικής πολιτικής να τοποθετεί την συλλογική συνείδηση σε μια ουσιοκρατική αντίληψη του υποκειμένου και επομένως της γυναικείας ταυτότητας.. Η εισαγωγή του φύλου στην ιστορία της επιστήμης και η εξέταση του ρόλου των έμφυλων αντιλήψεων στην παραγωγή της επιστημονικής γνώσης έδειξε ότι η βιολογία δεν αναπαριστά το ίδιο το σώμα αλλά ένα σύνολο λόγων για το σώμα και ότι οι επιστημονικές θεωρίες και πρακτικές αποτελούν κοινωνική και πολιτισμική δραστηριότητα που είναι αδύνατο να διαχωριστεί από το χρόνο και τον τόπο της δημιουργίας της. Η ανάλυση της σχέσης μεταξύ φύλου και επιστήμης εμπεριέχει διαφορετικές προσεγγίσεις και αφορά διακριτά ζητήματα. Η εξέταση του τρόπου με τον οποίο η επιστήμη προσεγγίζει τις διαφορές των φύλων έδειξε ότι επιστημονικές θεωρίες για τις φυσικές διαφορές και την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στη βικτοριανή Αγγλία προσδιορίζονταν από μια συγκεκριμένη κοινωνική ατζέντα ώστε όλες οι μετρήσεις που δεν ταίριαζαν με τις υποθέσεις τους, εξαφανίζονταν. Οι υποθέσεις αυτές στηρίζονταν στην έννοια της φυσικής επιλογής και στην εξοικονόμηση της ενέργειας (Russet 1989). Η ανάλυση των μεταφορών που χρησιμοποιούσαν οι φυσικές επιστήμες και η ιατρική, έδειξε ότι καθορίζονταν από διχοτομικές αντιθέσεις αρσενικό-θηλυκό, πολιτισμός-φύση, ενεργητικό-παθητικό, δημόσιο- ιδιωτικό που είχαν άμεσες αναφορές στη διαφορά των φύλων και αποτελούσαν συστατικά στοιχεία της διαμόρφωσης της επιστήμης. Τα κέρινα ομοιώματα του γυναικείου σώματος το δέκατο όγδοο αιώνα και οι απεικονίσεις μαθημάτων ανατομίας αναδεικνύουν την κατασκευή του θηλυκού σώματος ως παθητικού αντικειμένου της επιστημονικής έρευνας που «αποκαλύπτεται» από τον επιστήμονα (Jordanova 1989). Η εισαγωγή της έννοιας του φύλου στην ιστορία της βιολογίας, της ενδοκρινολογίας, της ιατρικής, φώτισε τον τρόπο με τον οποίο αντιλήψεις για την ανδρικότητα και τη θηλυκότητα καθόριζαν τα πειράματα, οδήγησαν στην ταύτιση των γυναικών με τις ορμόνες και το σώμα, και στην απαξίωση κάθε φυσιολογικής λειτουργίας που θεωρούνταν γυναικεία (Lowy 1999). Η συμμετοχή των γυναικών σε πολιτιστικούς και θεσμικούς επιστημονικούς χώρους τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα και ο αποκλεισμός των γυναικών επιστημόνων από τις ενώσεις επιστημόνων το δέκατο ένατο αιώνα έχουν ερευνηθεί μέσα από το μετασχηματισμό της επιστήμης σε επάγγελμα, τον έμφυλο ορισμό του εργασιακού χώρου και την οικονομική σημασία του (Schiebinger 1989). Οι ιστορικοί της επιστήμης έχουν προβεί σε αποτιμήσεις για το κατά πόσο η εισαγωγή της έννοιας του φύλου έχει μετασχηματίσει το περιεχόμενο των επιστημονικών ερευνών και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται τα φυσικά φαινόμενα (Jordanova 1993, Schiebinger 1999).

hantz old28

Ellen Swallow Richards: industrial & environmental chemist in the 19th-century

Εστιάζοντας σε ιατρικά, ιατροδικαστικά, φιλοσοφικά και νομικά κείμενα, σε θεραπευτικές και επιστημονικές πρακτικές, ο Thomas Laqueur εξετάζει την ιστορικότητα της διάκρισης ανάμεσα στο φύλο ως διάσταση του σώματος και στο φύλο ως πολιτισμικής κατηγορίας και το πώς κάθε φορά σε συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα ορίζεται η μεταξύ τους σχέση. Η αλλαγή παραδείγματος στις αναπαραστάσεις του φύλου, από το μοντέλο που απεικόνιζε το αρσενικό και το θηλυκό ως δύο μέρη ενός φύλου στο νεωτερικό μοντέλο δύο συμπληρωματικών αλλά διαφορετικών φύλων αποτελεί το κεντρικό επιχείρημα του Laqueur (1990). Η μεταβολή στις αναπαραστάσεις των γεννητικών οργάνων είναι ενδεικτική αυτής της αλλαγής.

Παρόλο που η μελέτη του σώματος θεωρούνταν περιθωριακό αντικείμενο, η χρήση του ως κεντρικής κατηγορίας της ιστορικής ανάλυσης έχει ασκήσει σημαντική επίδραση στην ιστορία του φύλου και στην κατανόηση της έμφυλης διαφοράς.

Οι ιστορικοί έχουν μελετήσει το σώμα ως έννοια που οργανώνει αντιλήψεις για την εθνική ταυτότητα, την κρατική εξουσία, την ιδιότητα του πολίτη, ως πεδίο εγγραφής της εξουσίας, του ιατρικού λόγου και του νόμου, ως αντικείμενο της επέμβασης του κράτους πρόνοιας και της κοινωνικής πολιτικής. Η Carole Pateman έχει υποστηρίξει ότι οι διαφορετικές εννοιολογήσεις του ανδρικού και του γυναικείου σώματος στο γαλλικό Διαφωτισμό διαμόρφωσαν την έννοια της ατομικότητας και αποτέλεσαν τη βάση για τον αποκλεισμό των γυναικών από το πολιτικό σώμα και την έννοια του πολίτη (Pateman 1989). Η Ελένη Βαρίκα ερμηνεύει την «αμφισημία της χειραφέτησης» την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, τη συνύπαρξη δηλαδή ενός οικουμενικού συστήματος που θεμελίωνε τα δικαιώματα των ανθρώπων στην ενότητα του ανθρώπινου γένους και ενός συστήματος αποκλεισμού που νομιμοποιούνταν μέσω της ιεραρχικής αξιολόγησης των διαφορών (Βαρίκα 2000). Η ιεραρχία των φύλων ερμηνευόταν όλο και περισσότερο με βάση τη διαφορά των σωμάτων, με τρόπο που το σώμα, το γυναικείο σώμα, να χρησιμεύει ως απόδειξη για τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιδιότητα του πολίτη (στο ίδιο). Η μελέτη της Isabel Hull αναφορικά με τη σημασία του σώματος στη διαμόρφωση της έννοιας του πολίτη στη Γερμανία την περίοδο 1700-1815, μετατόπισε το κέντρο βάρους στο ανδρικό σώμα ως σύμβολο και ενσάρκωση της έννοιας του πολίτη και της κοινωνίας των πολιτών (Hull 1995). Το σώμα αποτέλεσε μέθοδο για την κατανόηση του Πρώτου και Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, των πολιτικών του Ναζισμού και του φασισμού. Οι μελέτες ανέλυσαν τη διαδικασία πολιτικοποίησης του σώματος μέσω των πολιτικών για τη μητρότητα, την υποχρεωτική στείρωση (Bridenthal και Grossman 1984), την παρέμβαση στην εργασία, τα βασανιστήρια, την εξόντωση, το σώμα ως σημαίνον της φυλετικής καθαρότητας αλλά και ως αντικείμενο επέμβασης αλλά και ακρωτηριασμού και εξόντωσης (Burleigh και Wippermann 1991), καθώς και τους τρόπους με τους οποίους το σώμα βιώθηκε ως αντικείμενο της επέμβασης της κοινωνικής πολιτικής του Ναζισμού. Το πώς ενσωματώθηκε η μνήμη του πολέμου, τις ενσωματωμένες πρακτικές αντίστασης, τον θάνατο και την καταστροφή των σωμάτων και τις επιπτώσεις τους στην ανατροπή των έμφυλων ρόλων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Theweleit 1987), την έμφυλη διάσταση των συμβολισμών του εθνικού σώματος (Domansky 1997), τους τρόπους με τους οποίους βιώθηκε η αναπηρία και τη θέση των αναπήρων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην μεταπολεμική βρετανική κοινωνία (Bourke 1996).

hantz old29

Women Participated in The First World War

Η μελέτη του σώματος ως συμβόλου έχει προσφέρει νέες ερμηνείες αναφορικά με τους μετασχηματισμούς και τη διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας στη Γαλλική Επανάσταση. Η απεικονίσεις και το σώμα της βασίλισσας συνιστά ένα νέο πεδίο έρευνας της ιστορίας του πολιτικού σώματος και της μοναρχικής εξουσίας. Μετά το βιβλίο του Ernst Kantorowicz (The Kings Two Bodies. A Study in Medieval Political Theology), στο οποίο ανίχνευσε τις απαρχές της έννοιας των δύο σωμάτων του βασιλιά, του πολιτικού και του φυσικού σώματος, η μελέτη του πολιτικού σώματος και των σημασιών του έχει διαμορφώσει ένα νέο ερευνητικό πεδίο, η σημασία του οποίου εκτείνεται πέρα από την πολιτική θεωρία. Οι αναπαραστάσεις του σώματος της βασίλισσας και οι μεταμορφώσεις του (ζωγραφική, κινηματογράφος) σημασιοδοτούν τους μετασχηματισμούς της δημόσιας σφαίρας στη Γαλλική Επανάσταση (Hunt 1992), τις αλλαγές στη σχέση μεταξύ φυσικού και πολιτικού σώματος και της σημασίας τους για την έννοια και τις μορφές της μοναρχίας, τον πολιτικό ρόλο της βασίλισσας και την σημασία του για την εθνική ταυτότητα και την «επινόηση της παράδοσης» που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του εθνικισμού. Η αναπαράσταση του φυσικού και πολιτικού (και κοινωνικού) σώματος δεν ανάγεται με ευθύγραμμο τρόπο στο φύλο του μονάρχη. Αντίθετα, η μελέτη της μητρότητας αναδεικνύει την πολύπλοκή σχέση μεταξύ φύλου και πολιτικού ρόλου αλλά και τις πολιτικές διαστάσεις της (Schulte 2002) καθώς και τη σημασία της μητρότητας για τη σχέση μεταξύ φυσικού και πολιτικού σώματος. Το φυσικό σώμα αποτελεί και αυτό προϊόν της πολιτικής, καθώς αποτελεί μέρος του πολιτικού φαντασιακού και μέσω αυτού εκφράζονται ανάγκες και φιλοδοξίες ατόμων και ομάδων. Στην εποχή των μαζικών μέσων ενημέρωσης όπου είναι και η εποχή του φυσικού σώματος της βασίλισσας, οι μελετητές τονίζουν τις πολιτικές ιδιότητες του φυσικού σώματος. Οι ερμηνευτικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις του σώματος στο πλαίσιο των πολιτικών ιδεών και συστημάτων έχουν φωτίσει τόσο την πολιτική θεωρία αλλά και την επεξεργασία σώματος ως κατηγορίας της ιστορικής ανάλυσης.

Η επίδραση της ανθρωπολογίας και ιδιαίτερα της Mary Douglas, είχε ουσιαστική σημασία για τη μελέτη του σώματος και των συμβολισμών του. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όψη ήταν ο δαιμονισμός και η μαγεία. Η ανάλυση του συμβολικού μηνύματος του δαιμονισμού, δείχνει ότι ο δαιμονισμός που αποτελεί σωματική έκφραση, εκφράζει την αντίσταση των περιθωριακών ομάδων στην ενσωμάτωση ρυθμιστικών αρχών. Το δαιμονισμένο σώμα, η απώλεια του σωματικού ελέγχου, εκφράζει τον τρόπο βίωσης των κοινωνικών σχέσεων, την άρθρωσή του με έναν υπόρρητο κώδικα. Οι μελέτες για την έννοια της τιμής στις αγροτικές κοινωνίες της Μεσογείου ανέδειξαν την κοινωνική λειτουργία της (το να οριστούν, δηλαδή, οι οικογενειακές μονάδες) και ανέλυσαν τους συμβολισμούς του σώματος μέσα από τους οποίους αρθρώνεται η ακεραιότητα της οικογένειας. Η τιμή των γυναικών συνδέεται άρρηκτα με τη διατήρηση των κοινωνικών ορίων.

hantz old30

Στη μελέτη της σεξουαλικής βίας, η μεθοδολογική στροφή στην ανάλυση των αφηγηματικών πηγών και των μαρτυριών των γυναικών που την υπέστησαν, έδωσε στη βία του βιασμού ιστορική υπόσταση. Στην πρωτοπόρα μελέτη της η Miranda Chaytor (1995) εξετάζει την αναπαράσταση του βιασμού σε τριάντα πέντε κατηγορίες το δέκατο έβδομο αιώνα στην Αγγλία και επικεντρώνει στη σημασία της μεταφοράς στις αφηγήσεις των γυναικών. Η απουσία του σώματος που υπέστη το βιασμό δίνει τη θέση του στο σώμα που εργάζεται. Οι αφηγήσεις προσπαθούν να επανορθώσουν την αίσθηση του εκμηδενισμένου σώματος, της σάρκας που χρησιμοποιείται και αχρηστεύεται. Η τιμή, υποστηρίζει η Chaytor, δεν ανήκε στο ίδιο το θύμα, αλλά σε αυτούς στους οποίους ανήκε. Ο βιασμός, επομένως, αποτελούσε έγκλημα ενάντια σε αυτούς στους οποίους η γυναίκα ανήκε (τον πατέρα, το σύζυγο, το συγγενή). Αν ο βιασμός ήταν κλοπή και καταστροφή, η άλλη όψη του νομίσματος ήταν η διατήρηση και η κάρπωση αυτού που αποτελούσε νόμιμη κτήση. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, στις περιγραφές του βιασμού η τιμή βρισκόταν οπουδήποτε αλλού εκτός από την αγνότητα, μεταφερόταν από το σεξουαλικά κακοποιημένο σώμα στο εργαζόμενο σώμα, η ίδια η γυναίκα στον τόπο της εργασίας και κατ' επέκταση σε αυτόν στον οποίο ανήκε η εργασία της. Η προσέγγιση της Chaytor, εγείρει μια σειρά μεθοδολογικά και θεωρητικά ερωτήματα που αφορούν την σχέση μεταξύ γλώσσας, γεγονότος και ερμηνείας. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση της μνήμης οδηγεί κατά την Garthine Walker (1998) σε μια ανιστορική προσέγγιση του βιασμού καθώς μεταφέρει στο παρελθόν έννοιες όπως η απώθηση. Η Walker θεωρεί ότι η προσωπικές εμπειρίες παράγονται και αποκτούν νόημα μέσα σε συλλογικές πολιτισμικές σημασίες. Κατασκευάζοντας ένα περιστατικό ως βιασμό ή όχι, το άτομο αντλεί από ένα ρεπερτόριο εννοιών, σχημάτων, σεναρίων και λεξιλογίου. Η γλώσσα που μεταφέρει τη σεξουαλική επίθεση κλείνει μέσα της το παράδοξο της κατασκευής της γυναικείας σεξουαλικής δραστηριότητας. Η γυναικεία σεξουαλική δραστηριότητα χαρακτηριζόταν ως απόκριση στις ανδρικές ορμές, ως υποταγή στη θέληση του άνδρα. Η σεξουαλική επίθεση υπονοούσε ότι η γυναίκα εξαναγκάστηκε να υποκύψει στον άνδρα που της επετέθη. Επομένως η απεικόνιση της σεξουαλικής επίθεσης ως σεξουαλικής πράξης ήταν προβληματική αφού η σεξουαλική επαφή ταυτιζόταν με την υποταγή στον άνδρα και επομένως με την γυναικεία συνενοχή. «Η ευθύνη για τη σεξουαλική επαφή και η ντροπή και ατίμωση που την συνόδευαν είχαν θηλυκοποιηθεί με τρόπο που έκαναν τη σεξουαλική γλώσσα ένα ακατάλληλο μέσο για να αναφερθεί ο βιασμός» (στο ίδιο, 5).

hantz old31

Η μελέτη της σεξουαλικής βίας και των εγκλημάτων τιμής μέσα από την ανάλυση των συμβολικών αναπαραστάσεων και των πολιτισμικών σεναρίων που ορίζουν το πεδίο μέσα στο οποίο οι εμπειρίες αποκτούν νόημα, πρόβαλαν την ιστορικότητα εννοιών όπως η τιμή και η σεξουαλικότητα, τις πολιτισμικές σημασίες τους και τη λειτουργία τους στον ορισμό των έμφυλων, και ταξικών σχέσεων (Αβδελά 2003, Walkowitz 1992).

Η επίδραση της θεωρίας του Φουκώ για το σώμα οδήγησε στη μετατόπιση από την οπτική του σώματος ως εμπειρίας στην οπτική του σώματος ως πεδίου εγγραφής της εξουσίας. Η κατασκευή του σώματος από λόγους (της εκκλησίας, του νόμου, της ιατρικής, της κοινωνικής πολιτικής) και η διαμόρφωσή ενός «κοινωνικού σώματος» από τη στατιστική, την υγιεινή και την κοινωνιολογία θεωρήθηκε από πολλούς ερευνητές ότι παραγνωρίζει την έμφυλη διάστασή του και συρρικνώνει το σώμα σε παθητικό δέκτη των τεχνολογιών της εξουσίας. Προσπαθώντας να αναδείξουν την υποκειμενικότητα του σώματος και τους τρόπους με τους οποίους βιώνονται από τα υποκείμενα οι τεχνικές και πρακτικές της εξουσίας, οι μελετητές αντιμετώπισαν το σώμα όχι σαν μια σταθερή και μονολιθική επιφάνεια πάνω στην οποία εγγράφονται οι τεχνικές και οι πρακτικές της εξουσίας αλλά χρησιμοποιώντας την έννοια της «ενσωμάτωσης» ως διαδικασίας μέσω της οποίας το σώμα συγκροτείται, αποδομείται και επανασυγκροτείται στον κοινωνικό χώρο (Scarry 1987). Η έννοια της ενσωμάτωσης στην Barbara Duden και της «σωματικής αυτοαντίληψης» (somatic autoception) αποτελεί τη βασική αναλυτική μέθοδο για την κατανόηση της εμπειρίας του σώματος στο παρελθόν αλλά και για την επίδραση των σύγχρονων τεχνολογιών στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τη σώμα τους.

Η ιστορικότητα του σώματος αποτέλεσε αντικείμενο σημαντικών μελετών όπως της Barbara Duden, της Caroline Walker Bynum και της Gianna Pomata. Ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο βίωναν οι άνθρωποι το σώμα τους και την ασθένεια στην πρώιμη νεώτερη εποχή (Duden 1991, 1993, 2001, 2003, Pomata 1990) καθώς και οι διαφορετικές και μεταβαλλόμενες εκφράσεις τις θρησκευτικότητας από άνδρες και γυναίκες το Μεσαίωνα, σηματοδοτούσαν αντιλήψεις για τη διαφορά φύλων, οι οποίες δεν αντιστοιχούσαν στη διχοτομική αντίληψη της έμφυλης διαφοράς της νεώτερης εποχής. Η υποχώρηση του σώματος ως συμβόλου της κοινωνικής ζωτικότητας και η αρνητική σημασιοδότηση της σωματικότητας της λαϊκής κουλτούρας συνοδεύτηκε από την επέμβαση της κρατικής εξουσίας, των γιατρών και των κοινωνικών αναμορφωτών στο σώμα και οδήγησε στη δημιουργία του «μοντέρνου» σώματος. Η εξέταση του σώματος σε συγκεκριμένα ιστορικά και εθνικά πλαίσια καθώς και η ανάλυση της διαμόρφωσής του από τις πολιτικές της τάξης, της φυλής και της εθνότητας ανανέωσαν τις μεθοδολογικές και αναλυτικές προσεγγίσεις της ιστορίας του σώματος.

hantz old32

Φύλο, έθνος και κρατική εξουσία.

Η έννοια της έμφυλης εθνικής ιστορίας αποτελούσε μέρος του ευρύτερου προγράμματος της ιστορίας του φύλου που στόχευε στο να θέσει σε κριτική την εθνική ιστορία αλλά και γενικότερα τη συγγραφή της ιστορίας.

Όταν οι εθνικές ιστορίες άρχισαν να περιλαμβάνουν τις γυναίκες στην αφήγησή τους, η διάσταση του φύλου αφορούσε τις γυναίκες μόνο εκεί που ήταν ορατές, αφορούσε δηλαδή στην ουσία τις σχέσεις μεταξύ των φύλων. Η εισαγωγή των γυναικών στην εθνική ιστορία άφηνε ανέπαφα τα ανδροκρατικά και εθνικιστικά πλαίσια μέσα στα οποία διαμορφώνονταν οι εμπειρίες τους (Damousi 1999). Το φύλο ως συσχετική κατηγορία, ως συμβολικό σύστημα και διαδικασία απουσίαζε και επομένως απουσίαζε η σχέση μεταξύ των έμφυλων και εθνικών ταυτοτήτων. Η σχέση μεταξύ του φύλου, της φυλής, του εθνικισμού, του πολέμου και του κράτους δεν είχε μελετηθεί. Στο βιβλίο Creating A Nation: 1788-1900, η ενσωμάτωση στην εθνική ιστορία της Αυστραλίας της τάξης, της φυλής και του φύλου μέσα από τη διερεύνηση της γυναικείας ταυτότητας και δράσης στόχευε στον επαναπροσδιορισμό του «έθνους» και των πολλαπλών πεδίων της εξουσίας του και στην εισαγωγή των γυναικών στη διαδικασία της εθνικής συγκρότησης (Particia Grimshaw κ.ά. 1994). Οι εθνικιστικές μυθολογίες στην περίοδο του πολέμου οι οποίες βασίζονταν σε ανδροκρατικές αναπαραστάσεις, η κρατική πολιτική για τη μητρότητα, η μισθωτή και η οικιακή εργασία, η αστική και αγροτική ζωή ερευνήθηκαν σε σχέση με τις έμφυλες, ταξικές και εθνικές ταυτότητες.

hantz old33

Η ιστορία της κοινωνικής πολιτικής και του Κράτους Πρόνοιας στην Ευρώπη δείχνει ότι το φύλο ήταν ένας ισχυρός παράγοντας σταθεροποίησης και ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας, και στα δημοκρατικά πολιτεύματα και στα φασιστικά. Η εθνική συγκρότηση εδραζόταν στην κρατική παρέμβαση στην οικογένεια και στη ρύθμιση της αγοράς εργασίας εγκαθιδρύοντας αποκλεισμούς ταξικούς, έμφυλους και φυλετικούς. Η έννοια του κοινωνικού αποτέλεσε μια περιοχή όπου η κρατική παρέμβαση καθώς και η ιδιωτική πρωτοβουλία εισχωρούσε στις πιο ιδιωτικές περιοχές της προσωπικής ζωής. Οι κοινωνικές παροχές μετασχημάτισαν την κοινωνική συμπεριφορά σε πυξίδα της υπευθυνότητας του πολίτη (Kessler-Harris 2001).

Η έννοια του οίκου με τον ενήλικα άνδρα στην κεφαλή του νοικοκυριού αποτελούσε για πολλές ευρωπαϊκές χώρες το θεμέλιο της εθνικής σταθερότητας και βασιζόταν στον έλεγχο των ορίων μεταξύ της σεξουαλικής επιθυμίας και της αποδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς και τη ρύθμιση των ρόλων των μελών της οικογένειας. Η επίτευξη αυτών των στόχων πραγματοποιήθηκε με νόμους και νόρμες που αφορούσαν την εργασία, το γάμο, την εκπαίδευση των παιδιών. Η ρύθμιση της γυναικείας εργασίας και οι προστατευτικοί εργατικοί νόμοι αποτέλεσαν το μέσο για τη νομιμοποίηση συγκεκριμένων μορφών εργασίας για τις γυναίκες διασφαλίζοντας τον κατά φύλα καταμερισμό της εργασίας (Wikander κ.ά. 1995). Ο περιορισμός των ωρών εργασίας, οι βρεφονηπιακοί σταθμοί και οι άδειες τοκετού καθώς και η διαφοροποίηση των επιδομάτων για τους άνδρες και τις γυναίκες αποτελούσαν μηχανισμούς ελέγχου της διάθεσης της γυναικείας εργασίας και έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στις οικογενειακές αποφάσεις και δυνατότητες. Οι περιορισμοί στην εργασία για τις έγγαμες γυναίκες άμεσα ή έμμεσα μέσω της νομοθεσίας ή της άρνησης θέσπισης δημόσιας φροντίδας για τα παιδιά, όπως για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και οι νόμοι κατά της περιπλάνησης εγκαθίδρυσαν ιεραρχίες που στηρίζονταν όχι μόνο στις έμφυλες διακρίσεις αλλά και στις ταξικές και φυλετικές. Η παροχή σύνταξης και το επίδομα ανεργίας στην Βρετανία δινόταν στον αρχηγό της οικογένειας και εξαρτώνταν από το μέγεθος της οικογένειας. Η υγειονομική περίθαλψη και η οικιστική πολιτική στη Γερμανία σχεδιάστηκαν ώστε να ενισχύσουν τον οικιακό ρόλο των γυναικών. Η φορολογική πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονταν το γάμο. Η προστατευτική εργατική νομοθεσία αφορούσε ένα πολύ περιορισμένο τμήμα του γυναικείου εργατικού δυναμικού. Παράλληλα νόμοι που περιόριζαν την κινητικότητα εξανάγκαζαν τις μαύρες γυναίκες του αμερικανικού Νότου στη μισθωτή εργασία.

hantz old34

Η Yvonne Hirdman (1988) εισήγαγε την έννοια του genus system (gender system) για να εξηγήσει για ποιο λόγο στη Σουηδία οι γυναίκες εξακολουθούν να θεωρούνται κατώτερες από τους άνδρες -ενώ συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, έχουν πολιτικά δικαιώματα και δικαίωμα ψήφου από το 1921- και πώς αυτό συνδέεται με την ιστορική αλλαγή. Ο όρος σημαίνει το πλέγμα των κοινωνικών πρακτικών που παράγει και αναπαράγει μοντέλα και συνδέσεις και αποτελεί προϋπόθεση για όλες τις κοινωνικές δομές (Lundqvist 1999). Σύμφωνα με αυτό το θεωρητικό μοντέλο, η καθημερινή ζωή αλλά και τα δομικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας εδράζονταν στο διαχωρισμό ανδρών και γυναικών και στην αναγόρευση του αρσενικού σε κανόνα. Η Christina Carlsson Wetterberg προσπάθησε να συνδυάσει τη δομική προσέγγιση με την υποκειμενική εμπειρία. Στόχος της ήταν να ερμηνεύσει την αντιφατική ταύτιση των γυναικών με το σπίτι και τον προσδιορισμό του ως γυναικείας σφαίρας και από την άλλη το αίτημα για ίση μεταχείριση των γυναικών στην αγορά εργασίας, αναδεικνύοντας τις πολλαπλές ταυτότητες της γυναικείας συλλογικότητας (στο ίδιο). Η νορβηγίδα φεμινίστρια Gro Hageman συμφωνεί με την Wetterberg ότι η μελέτη πρέπει να εστιάσει στα υποκείμενα, παρόλο που ασκεί κριτική στον βολονταριστικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον υποκειμενικό παράγοντα και θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δομικοί περιορισμοί και παράγοντες και οι ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες τα υποκείμενα δρουν και σχηματίζουν τις επιλογές τους (στο ίδιο). Η νεώτερες ιστορικές μελέτες θέτουν ως αφετηρία τη μελέτη των μεταρρυθμιστικών ιδεών και της καθημερινής πραγματικότητας των γυναικών, αναζητώντας τα αίτια της αντιφατικής θέσης των γυναικών στη σουηδική κοινωνία, της θέσης τους δηλαδή ως εργαζομένων και ως μητέρων (στο ίδιο). Οι εργασιακές σχέσεις στις παλιές αγροτικές βιομηχανικές κοινότητες στηρίζονταν στο «τοπικό πνεύμα του συμβιβασμού», στη σημασία της πρόνοιας για την κοινωνική συνοχή και στον κατά φύλα διαχωρισμό της εργασίας, ιδέες που επιβίωσαν την εποχή της εκβιομηχάνισης. Το εργατικό κίνημα και η κοινωνική πολιτική έθεσαν την εργασία ως βασική κατηγορία της κοινωνικής ζωής, ενώ οι γυναίκες εισχώρησαν στον πολιτικό λόγο και αποτέλεσαν στόχο των πολιτικών μεταρρυθμίσεων σε περιοχές που αφορούσαν νέα κοινωνικά πεδία όπως η «οικογένεια» και η «ισότητα» δημιουργώντας την αντιφατική τοποθέτηση των γυναικών ως εργαζομένων και ως μητέρων.

Πηγή: http://www.aegean.gr/gender-postgraduate/Documents/%CE%9C%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7%20%CE%A7%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.pdf

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ