Menu
21 / 11 / 2019 - 01:02 am
A Site By Your Side
A+ A A-

workers chantzaroula13

Ποθητή Χαντζαρούλα
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Ρατσισμός και προσλήψεις της ιδιότητας του πολίτη

Η έννοια της χαμένης γενιάς είναι χαραγμένη στην υποκειμενικότητα και αποτελεί κοινό τόπο στον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η μεταναστευτική εμπειρία.

Η μεταναστευτική και εργασιακή πολιτική διαμορφώνει ένα υπερεκμεταλλευόμενο εργατικό δυναμικό, το οποίο βιώνει την αστάθεια και την αβεβαιότητα της απασχόλησης, αποκλεισμένο σε μεγάλο βαθμό από εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Όπως παρατηρεί ο Θεόδωρος Φούσκας, «Δημιουργείται ένας τύπος εργαζομένου του οποίου η εργασία στηρίζεται στην ανάγκη για εξατομικευμένες εργασίες των εκάστοτε εργοδοτών ή του εργοδοτικού νοικοκυριού»[43]. Αποτέλεσμα ο εγκλωβισμός σε μορφές απασχόλησης που χαρακτηρίζονται από αστάθεια εισοδημάτων και με μηδενική κινητικότητα: «Μόνο εργάτης. Εδώ γεννιέσαι και πεθαίνεις εργάτης»[44].

Ο Ζίγκφριντ Κρακάουερ έχει μιλήσει για καταστάσεις ταπείνωσης ή ανεστιότητας, όπως η εξορία και για νοητικές καταστάσεις στις οποίες ο εαυτός είναι ένας ξένος που δεν ανήκει πλέον σε ένα μέρος. Σε αυτές τις καταστάσεις το μυαλό γίνεται παλίμψηστο, με την έννοια ότι ο εαυτός ο οποίος ήταν, συνεχίζει να υφίσταται κάτω από το πρόσωπο που πρόκειται να γίνει, η ταυτότητά του δηλαδή βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση[45]. Η δυνατότητα να κάνει την «άλλη» κουλτούρα δική του και η διαδικασία τού να βγει από τη δική του κουλτούρα μπορεί να είναι μια πράξη ελευθερίας και την ίδια στιγμή πηγή μεγάλης αγωνίας. Τι συμβαίνει όμως όταν η «άλλη» κουλτούρα αρνείται στο υποκείμενο τη συμμετοχή του σε αυτή, είτε εξαιτίας των υλικών όρων της ενσωμάτωσης είτε εξαιτίας των πολιτισμικών συντεταγμένων της ελληνικής κοινωνίας;

Ίδια είναι η θρησκεία, όπου και να πας, ίδια είναι. Δηλαδή η θρησκεία είναι το δεύτερο απ’ το... απ’ τη βουλή, ξέρω ’γώ. Ενώ είναι πρώτη εδώ, στην Ελλάδα. Είναι η θρησκεία, μετά η βουλή εδώ. Ενώ εκεί, εντάξει, είναι δεύτερη. Και σε πολλά άλλα κράτη. Αλλά... είναι... το θεωρώ, δεν ξέρω. Είναι... το παρατραβάνε. Το έχουνε παρατραβήξει, σοβαρά. Γιατί σε όλα τα πράγματα έχουν σχέση με τη θρησκεία. Σ’ όλα... Και δεν ξέρω γιατί. [Φατμίρ]

Η επίκληση σε ένα φαντασιακό παρελθόν επιστρατεύεται για να σηματοδοτήσει τη ρήξη στην υποκειμενικότητα, τη δημιουργία μιας διαφορετικής ταυτότητας που εμφανίζεται σαν προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Κανονικά, όπως είμαι τώρα, απλά να είμαι... εντάξει, να είμαι πιο μαζεμένος. Γιατί ακόμα είμαι έτσι... Δηλαδή... δεν... Τα λεφτά τα πετάω, δεν τα κρατάω πολύ, είμαι πολύ ανοιχτοχέρης... Έτσι έχω συνηθίσει από μικρός. Αυτό... πρέπει να πάω... Γιατί έχουν αλλάξει τα πράγματα, δεν είναι όπως παλιά.

Τι εννοείς έχουν αλλάξει;

Έχουν αλλάξει...

Πώς ήταν παλιά; Εννοώ εσύ έχεις ζήσει αυτό το «παλιά» ή είναι ένα «παλιά» που το φαντάζεσαι;

Να, ξέρεις, στην Αλβανία, εγώ μεγάλωσα με άλλο τρόπο. Δηλαδή η γυναίκα ήτανε... σπίτι.

Η μαμά σου ήταν σπίτι;

Δούλευε. Όχι, δούλευε βέβαια... όχι ήτανε σπίτι, πώς να στο πω; Νοικοκυρά του σπιτιού.
[Μπεσί]

workers chantzaroula14

Η Πηνελόποη Παπαηλία υποστηρίζει ότι η αναφορά σε ένα ιδεατό προ-κομμουνιστικό παρελθόν χρησιμοποιείται για να φυσικοποιήσει σύγχρονες έμφυλες ιεραρχίες και τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας[46]. Φαίνεται, όμως, ότι και το κομμουνιστικό παρελθόν αναπαρίσταται ως τόπος στον οποίο τα υποκείμενα βίωναν μια «αυθεντική» και ανάλλαχτη ζωή στο πλαίσιο της οικογένειας που λειτουργεί νομιμοποιητικά για τις σημερινές αντιλήψεις για τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας.

Το υποκείμενο στη διαδικασία της αλλαγής ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε ένα «εκεί» και σ’ ένα «εδώ», στο «τότε» και το «τώρα». Η ρευστότητα της ταυτότητας επιτρέπει στο υποκείμενο να δοκιμάσει διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας, να βιώσει διαφορετικές πνευματικές εμπειρίες, να δοκιμάσει και να απορρίψει.

Πιστεύω στο Θεό... χωρίς, ξέρεις, δεν μου αρέσουν αυτά... δηλαδή να πάω σε εκκλησίες και τέτοια, αυτά δεν μου αρέσουν.

Ούτε στη μεν ούτε στη δε; (ενν. στην Ορθόδοξη και στην Ευαγγελική)

Μπα, δεν μου αρέσουν, απλά, ξέρεις, όταν έχω κάτι, ξέρω ’γώ, και μου αρέσει και θέλω να πάω κάπου, πάω εκεί στην εκκλησία... Ευαγγελική, κάθομαι εκεί, κάνω την προσευχή μου, ξέρω ’γώ... Αυτά, βέβαια, μπορείς να τα κάνεις και σπίτι. Γιατί, απλά είναι... ξέρεις, είσαι στο σπίτι του Θεού... όπως λένε, ξέρεις. Αυτά δεν... έχω πολύ... Μ’ αρέσει, αυτή που μ’ αρέσει, η μόνη θρησκεία που μου αρέσει αυτή είναι. Δηλαδή, που δεν έχει πολλά πράγματα. Το θεωρώ... τώρα εάν πας να προσεύχεσαι, να κάνεις προσευχή τώρα σε μία εικόνα... που στο κάτω-κάτω είναι εικόνα, είναι ζωγραφιά... το έχουνε ζωγραφίσει. Δεν έχει τίποτα, κατάλαβες; [...] Είχα πάει εκεί στην Αλβανία. Πήγα εκεί, ήθελα να δω βέβαια, γιατί μου λέγανε... γιατί λένε ότι είσαι μουσουλμάνος, εντάξει; Και κάτι από μέσα σου νιώθεις... νιώθεις ότι είμαι μουσουλμάνος, κάτσε να δω, τι είμαι... Αυτό αρχίζει... βέβαια αρχίζει όταν καταλαβαίνεις, όταν είσαι μεγάλος. Στα δεκατέσσερά μου κάτι καταλάβαινα, ξέρω ’γώ. Και πήγα να δω τι έχει... Πήγα, ξέρω ’γώ, ένα-δυο μήνες... Πήγα εκεί, έβλεπα εκεί... λέω... πρέπει να προσευχηθείς πέντε φορές την ημέρα... να πλένεις τα πόδια πριν πας εκεί, να βγάζεις τα παπούτσια σου... κι αυτά. Λέω, «Γιατί να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα;»... Που πολύ απλά, άμα πιστεύεις στο Θεό, μπορείς να κάτσεις σπίτι σου... Ο Θεός έχει πει: η γωνία του σπιτιού σου είναι η εκκλησία σου, κατάλαβες; Ε, αυτό. Γιατί να πας, ξέρω ’γώ, εκεί. Και να κάνεις αυτά τα πράγματα, ούτε αυτά τα μπορώ.
[Μπεσί]

workers chantzaroula15

Το να πληγωθεί κάποιος από το λόγο σημαίνει να υποστεί μια απουσία πλαισίου, να μην γνωρίζει πού βρίσκεται. Σημαίνει την αστάθεια και την αβεβαιότητα της θέσης του μέσα στην κοινότητα των ομιλητών. Η γλώσσα μέσα από την επίκληση και την απόδοση του ονόματος «Αλβανός» πληγώνει και η αναμονή της εκφοράς οδηγεί το υποκείμενο να αποκλείσει τον εαυτό του από αυτό που ήδη έχει αποκλειστεί: τη σχέση ή το γάμο με Ελληνίδα.

Αλλά θα θεωρούσα με Ελληνίδα... θα... θεωρούσα πιο χαμηλά τον εαυτό μου. Δηλαδή, θα με είχε πάντα, ξέρεις, «Αλβανέ!», ξέρω ’γώ, κάτι τέτοιο. Όχι εμένα. Όχι, έμενα. Εμένα όχι, εντάξει... μου ’χει συμβεί μόνο αυτό. Για να μου πει Αλβανέ και τέτοια, ναι. Μου ’χει συμβεί. Μου ’χει συμβεί, εντάξει. Αλλά... δε θεωρούσα άσχημο, ξέρω ’γώ, γιατί δεν είχα σοβαρό σχέση, κατάλαβες; Αν το λέει, ε, εντάξει... καλά. Αλλά άμα σ’ το πει αυτό κάποιος που έχεις δίπλα, που θεωρείς γυναίκα σου... είναι δύσκολα, δε χωνεύεται... δεν το μπορείς να...

Δεν χωνεύεται.

Δεν χωνεύεται εύκολα. Κατάλαβες; Και είναι πολλά, θα πας, ξέρω ’γώ, στα... πεθερικά σου, ξέρω ’γώ, θα πας εκεί... θα σε βλέπουνε με άλλο μάτι, έτσι νομίζω βέβαια... δεν το ’χω συνειδητοποιήσει ακόμα αυτό. Δε νιώθει άνετα, ξέρεις. Όταν... καταλαβαίνεις ότι οι άλλοι σε βλέπουν με άλλο μάτι είσαι πάντα... είσαι χαμηλά. Θεωρείς τον εαυτό σου χαμηλά... Γι’ αυτό δεν θέλω πολύ να παντρευτώ μια Ελληνίδα, αλλά, εντάξει, αυτό δεν είναι... αυτό, άμα ερωτευτώ κάποια, ξέρω ’γώ... [Μπεσί][47]

Ο κυρίαρχος ανθρωπιστικός λόγος συγκρίνει τις εμπειρίες των Ελλήνων στη Γερμανία με την εμπειρία των Αλβανών στην Ελλάδα έχοντας ως κεντρικό άξονα τα βάσανα των Ελλήνων στη Γερμανία. Στόχος αυτού του λόγου είναι να επηρεάσει την κοινή γνώμη, ώστε να αποκτήσει θετική εικόνα για τους μετανάστες. Η αφήγηση των Αλβανών επιστρέφει αντεστραμμένη την εικόνα των βασάνων των Ελλήνων στη Γερμανία. Οι Έλληνες μπαίνουν στη θέση των Γερμανών, αλλά υστερούν σε ανθρωπισμό. Οι Γερμανοί αντιμετώπισαν τους Έλληνες με σεβασμό, καθώς εργάζονταν με σύμβαση εργασίας, οι εργοδότες πλήρωναν ασφάλιση και το κράτος τούς αναγνώριζε δικαιώματα[48]. Η σύμβαση εργασίας και η άδεια παραμονής αποτελούν τα σύμβολα της αξιοπρέπειας.

workers chantzaroula16

Ταυτόχρονα με την περιορισμένη διάχυση αυτού του ανθρωπιστικού λόγου, οι λόγοι του κράτους και των μαζικών μέσων επικοινωνίας έχουν επιδοθεί σε μια εκστρατεία «φυλετικοποίησης» της κοινωνικής και πολιτικής ζωής μέσω της σύνδεσης των Αλβανών με την εγκληματικότητα[49]. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο ρατσισμός αποτέλεσε μέσο οργάνωσης και έκφρασης της δυσαρέσκειας των υπάλληλων στρωμάτων των πόλεων. Η σύνδεση με τον εθνικισμό νομιμοποίησε τις ρατσιστικές αναφορές τόσο στον πολιτικό λόγο όσο και στις ατομικές σχέσεις. Οι πορείες και οι συγκεντρώσεις σε γειτονιές της Αθήνας και η οργάνωση των πολιτών που πληθαίνουν από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 εναντίον των μεταναστών, οι δολοφονίες μεταναστών και η ισχυροποίηση της Χρυσής Αυγής αναδεικνύουν το ρατσισμό ως κεντρική οργανωτική αρχή της πολιτικής ζωής. Η εναντίωση στη μετανάστευση γεφύρωσε την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ατζέντα των ομάδων της άκρας δεξιάς και του κόσμου της αξιοσέβαστης κοινής γνώμης[50]. Κατά τον Gilroy, οι ενορχηστρωτές της πολιτικής πληροφόρησης έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα του ρατσισμού. Ο «νέος ρατσισμός» στον οποίο αναφέρεται ο Gilroy νοηματοδοτείται από τη σύνδεση σε ένα πολύπλοκο σύστημα των λόγων του πατριωτισμού, του εθνικισμού, της ξενοφοβίας που έχει τη δυνατότητα να καταστήσει εύληπτη την εθνική κρίση. Η διαπλοκή αυτών των θεμάτων παρέχει έναν ορισμό της φυλής με όρους κουλτούρας και ταυτότητας[51]. Ο Ιορδάνης Ψημμένος υποστηρίζει ότι η κρατική πολιτική κατασκευάζει την «εθνική κοινωνική συλλογικότητα» στη σύγχρονη Ελλάδα μέσω του κοινωνικού και πολιτισμικού αποκλεισμού των αλβανών μεταναστών με συνέπεια η εργασία του να «φυλετικοποιείται»[52]. Οι κλάδοι στους οποίους απασχολούνται οι μετανάστες ανήκουν στη «δευτερεύουσα αγορά εργασίας» με χαρακτηριστικά τις χαλαρές εργασιακές σχέσεις, το χαμηλό μισθό, το ανθυγιεινό περιβάλλον, το χαμηλό κοινωνικό κύρος και την ανειδίκευτη εργασία[53]. Οι νόμοι 3386/2005 και 3536/2007, δίνοντας τη δυνατότητα αγοράς ενσήμων στους μετανάστες, μετακυλίουν το βάρος της ευθύνης των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη στον εργαζόμενο μετανάστη και επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την ευάλωτη διαπραγματευτική του θέση[54].

Η αλβανική εγκληματικότητα στο λόγο των ΜΜΕ νοηματοδότησε τη σύγχρονη «φυλετική» πολιτική. Η εγκληματικότητα των Αλβανών έγινε σύμβολο, μετατράπηκε σε εγγενές στοιχείο της αλβανικής κουλτούρας και έφτασε να αντιπροσωπεύει όλους τους Αλβανούς[55]. Ο ρατσιστικός λόγος των ΜΜΕ φωτίζει και τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας των Αλβανών, αλλά και την αναδιοργάνωση και αναδιαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας[56]. Η θεσμοποίηση του ρατσισμού στα ΜΜΕ, αλλά και η εγκατάστασή του στις διαπροσωπικές σχέσεις έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή εικόνα με την οποία πρέπει διαρκώς να αναμετρώνται οι πληροφορητές. Η χρήση του ονόματος «Αλβανός» ως συνώνυμου της εγκληματικότητας, η καθυστέρηση του ελληνικού κράτους να αναγνωρίσει την ύπαρξη μεταναστών στο ελληνικό έδαφος κρατώντας τους αόρατους και η ένταξή τους σε ένα σύστημα καταμερισμού εργασίας που παράγει ταξικές και φυλετικές ανισότητες, οδηγεί στην αδυναμία της ταύτισης με το όνομα «Αλβανός»[57]. Όπως λέει ο Σταύρος: «Δεν με πειράζει να με φωνάζουν “φαλάκρα”, με πειράζει να με φωνάζουν “Αλβανό”».

workers chantzaroula17

Η Judith Butler υποστηρίζει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα είδη έγκλησης που αποδίδουν μια ταυτότητα και την συγκροτούν μέσω της οδύνης που προκαλούν. Η επανάληψη κάνει την έγκληση τραυματική. «Για να εδραιωθούν οι σχέσεις εξουσίας πρέπει να επαναληφθούν. Το υποκείμενο είναι ο τόπος της επανάληψης»[58]. Η έγκληση «Αλβανός» είναι ένα όνομα που προκαλεί οδύνη εξαιτίας του συγκεκριμένου πλαισίου στο οποίο λαμβάνει χώρα.

Έτσι είναι, έτσι... Δεν ξέρω, τώρα μπορεί να έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα. Εμένα μου έχει κάνει πολύ εντύπωση ότι πρώτα, ό,τι γινόταν και κάποιος έκλεβε, ξέρω ’γώ, ποιος το ’κανε; Οι Αλβανοί, οι Αλβανοί. Αλλά στο τέλος, όταν τους πιάνανε, έβγαιναν Έλληνες. Οι πιο πολλοί Έλληνες ή άλλοι, ξέρω ’γώ. Αλλά, εντάξει, δεν λέω ότι είμαστε..., αλλά τουλάχιστον όταν γίνεται κάτι δεν πρέπει να πεις όνομα γιατί προσβάλεις τον άλλον, κατάλαβες, όσο να ’ναι. Γιατί γι’ αυτό βγήκε κακό όνομα. [...] Ναι, εντάξει, πέρασα καλά, αλλά, όσο να ’ναι, εντάξει βγαίναμε στο δρόμο «Α...», λέγαν οι άνθρωποι, «α, Αλβανός». Μας μιλούσαν άσχημα. Εγώ πήγαινα σε κανένα σπίτι, έτσι, μας κοιτούσαν παράξενα, ξέρω ’γώ... Αλλά και η αστυνομία με είχε πιάσει κανά δυο φορές, μας πλακώναν στο ξύλο στα καλά καθούμενα χωρίς να κάνεις τίποτα, εντάξει, θα πεις ότι είμαι λαθρομετανάστης, δηλαδή... αλλά εντάξει, δεν είχα κάνει και κάνα έγκλημα. Αυτό είναι το κακό εδώ πέρα. [Σωκράτης]

Το να αποκτήσει ταυτότητα και κοινωνική ύπαρξη ένα υποκείμενο σημαίνει ότι έχει θεωρηθεί ένοχο (απέναντι σε ένα κανονιστικό ιδεώδες) και προσπαθεί να διακηρύξει την αθωότητά του. Αυτή η διακήρυξη δεν είναι μια στιγμιαία πράξη, αλλά μια κατάσταση που επαναλαμβάνεται, που αναπαράγεται. Σε κάθε επιτέλεση υπάρχει η αγωνία της αποτίναξης της ενοχής και της διακήρυξης της αθωότητας που εκφράζεται και τίθεται σε λειτουργία στην περίπτωση της επίπληξης[59].

Ο Giorgio Agamben θεωρεί ότι, στη σύγχρονη πολιτική, η κατάσταση εξαίρεσης παρουσιάζεται ως το κυρίαρχο παράδειγμα διακυβέρνησης. Η κατάσταση εξαίρεσης είναι σύμφωνα με τον Agamben μια άνομη περιοχή στην οποία αυτό που διακυβεύεται είναι η ισχύς νόμου χωρίς το νόμο και όπου μέσω της αναστολής της εφαρμογής του νόμου ο κανόνας μπορεί να αναφέρεται στην κανονική κατάσταση[60].

Ναι, παράνομος έτσι. Σαν να μην είσαι σαν... ξέρεις τώρα, χωρίς πατρίδα, χωρίς όνομα, χωρίς κανένα δικαίωμα στο κόσμο. Δηλαδή, απλώς να ζήσεις, κατάλαβες; Το τι ζεις... Γιατί όταν δεν έχεις χαρτιά ή κάποιος δεν σε αναγνωρίζει ή ξέρεις, άμα γίνει κάτι και δεν μπορείς και να πας, γιατί δεν ξέρεις τι να τους πεις ότι ποιος είσαι ο χωρίς χαρτιά... παράνομος. [Σωκράτης]

workers chantzaroula18

Τα δικαιώματα αποτελούν για τους πληροφορητές το σύμβολο της αξιοπρέπειας. Ο απoστιγματισμός και η απόρριψη του σημαδέματος του άλλου που υπόσχονται τα δικαιώματα, και αναφέρομαι εδώ στην πολιτογράφηση, έχουν ένα τίμημα και αυτό είναι η απώλεια της γλώσσας που θα περιγράψει το χαρακτήρα της κυριαρχίας, της παραβίασης και της εκμετάλλευσης. Ο νέος νόμος για την ιθαγένεια, παρ’ όλους τους περιορισμούς στην απόδοσή της και τις υπαναχωρήσεις που έγιναν υπό την πίεση της ακροδεξιάς, αποτελεί τομή ως προς τις αρχές με τις οποίες προσεγγίζει η πολιτεία τους μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα[61]. Στη σχέση τους με το κράτος εναποθέτουν τις ελπίδες τους για τη βελτίωση της θέσης τους, αλλά και της εικόνας τους.

Σ’ αυτή τη γενιά είναι που πιστεύω ότι θα ξεχαστεί το όνομα Αλβανός. Αυτό το πιστεύω. Γιατί όποιος γεννήθηκε εδώ και θα μεγαλώσει και θα πάει στο σχολείο και αν θέλει και πανεπιστήμιο και τα λοιπά, εγώ πιστεύω ότι δε θα του πει, θα χαθεί. Αυτή τη γνώμη που έχει ο κόσμος τώρα, δηλαδή για τους Αλβανούς, πιστεύω ότι ναι, θα χαθεί. Όταν εγώ θα είμαι ξέρω ’γώ εξήντα χρονών. [...] Μακάρι να φτιαχτεί ακόμη καλύτερα η σχέση μας δηλαδή θέμα κράτος και Σταύρος και Αλβανό που λέμε. Αλβανό; Γενικά και οι άλλοι με τα χαρτιά έχουμε αυτό το, τη δυσκολία δηλαδή. [Σταύρος]

Η δημοκρατία προϋποθέτει έναν συμβιβασμό: την άρνηση της ταξικής χειραφέτησης εξαιτίας της ιδιωτικοποίησης των δικαιωμάτων. Ο λόγος των δικαιωμάτων επανεγγράφει στην ιδιότητα του πολίτη το αστικό ιδεώδες που αναφέρεται στην πρόοδο μέσω της εκπαίδευσης, τις επαγγελματικές ευκαιρίες, την κοινωνική κινητικότητα, τη σχετική προστασία από την αυθαίρετη βία, την ανταμοιβή η οποία αντιστοιχεί στην προσπάθεια. Αν υπάρχει μια τάξη που διατυπώνει και πολιτικοποιεί τον εαυτό της στην πρόσφατη ιστορία είναι αυτή που ονομάζει τον εαυτό της αστική τάξη. Όσα δικαιώματα και αν αποδοθούν στο υποκείμενο, ο στιγματισμός δεν αλλάζει. Γιατί τα δικαιώματα, σύμφωνα με την ανάλυση της Wendy Brown, ενώ τυπικά αναφέρονται στην ατομικότητα, δεν την εκχωρούν[62]. Ενώ υπόσχονται προστασία από την ταπεινωτική έκθεση, δεν την παρέχουν. Συσκοτίζουν την αδυναμία τους να αποδοθούν στο άτομο, ενώ ο ανιστορικός και αφαιρετικός λόγος τοποθετεί εκτός του ιστορικού πλαισίου το υποκείμενο αγνοώντας την ιστορία του, τις συνθήκες και τις σχέσεις εξουσίας που το διαμόρφωσαν ως υποκείμενο δικαιωμάτων. Το καθιστούν υπεύθυνο για την κατάστασή του και μεταφέρουν σε αυτό όλη την ευθύνη για την αποτυχία του, την κατάστασή του, την απόγνωσή του.

workers chantzaroula19

Ο νέος ρατσισμός είναι το μίσος για τον άλλο που εμφανίζεται όταν οι πολιτικές διαδικασίες της κοινωνικής πολεμικής καταρρέουν. Το όνομα «μετανάστης» δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό όνομα. «Η πολιτική κουλτούρα της σύγκρουσης», γράφει ο Jacques Rancière, «ίσως είχε απογοητευτικά αποτελέσματα. Αλλά ήταν ένας τρόπος να συμφιλιωθούμε με κάτι που κείται πριν και κάτω από την πολιτική: το ζήτημα του άλλου ως συμβόλου της ταύτισης για το αντικείμενο του φόβου»[63]. Παρείχε τη δυνατότητα της υιοθέτησης του ονόματος «του άλλου», το οποίο σήμερα έχει γίνει αντικείμενο φόβου και απόρριψης, την πρόσληψη της ταυτότητας ως σχέσης με τον άλλο. Για τον Rancière, η ταυτότητα είναι πάνω από όλα ζήτημα φόβου: του φόβου για τον άλλο, του φόβου για το τίποτα, που βρίσκει στο σώμα του άλλου το αντικείμενό του. Και η πολεμική κουλτούρα της χειραφέτησης, η υιοθέτηση του ονόματος του άλλου – η ετερολογική επιτέλεση του άλλου –, ήταν ένας τρόπος να εκπολιτίσει κανείς το φόβο. Η νέα έκβαση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας αποκαλύπτει την κατάρρευση της πολιτικής, απεμπολώντας την επιθυμία της διόρθωσης του άδικου και υιοθετώντας το μίσος. «Το ερώτημα τότε», συνεχίζει ο Rancière, «δεν είναι πώς αντιμετωπίζουμε ένα πολιτικό πρόβλημα αλλά πώς επινοούμε ξανά την πολιτική»[64].

Σημειώσεις

[43] Φούσκας Θεόδωρος, «Κοινότητες» μεταναστών και εργασιακή αντιπροσώπευση, ό.π. σ. 686.

[44] Veip, 35 ετών, συνέντευξη στον Θεόδωρο Φούσκα (στο ίδιο, σ. 347). Για τον εγκλωβισμό στους εθνοτικοποιημένους τομείς της αγοράς εργασίας, βλ. Τριανταφυλλίδου Α., «Διαστάσεις και χαρακτηριστικά της μετανάστευσης προς την Ελλάδα», στο Τριανταφυλλίδου Α., Μαρούκης Θ. (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Κριτική, Αθήνα 2010, σσ. 93-94.

[45] Kracauer Siegfried, History: The Last Things before the Last, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 1969, σσ. 83-84.

[46] Papailias, ό.π., σ. 1064.

[47] Βλ. και έρευνα της καπα research στις 25-27 Απριλίου 2005, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος. Σύμφωνα με την έρευνα, τέσσερις στους πέντε Έλληνες εναντιώνονται στο γάμο συγγενούς τους με αλλοδαπό.

[48] Για τη στρατηγική του φιλελεύθερου λόγου σύμφωνα με τον οποίο «οι Έλληνες ήταν κάποτε Αλβανοί», τις στερεοτυπικές συνδηλώσεις της προόδου που εμπερικλείει αυτός ο λόγος και την ιδιοποίησή του από τους συντηρητικούς που εισάγουν τη διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών υποστηρίζοντας ότι «οι Έλληνες ήταν νόμιμοι, εργατικοί και πολιτισμένοι», βλ. Papailias, ό.π., σ. 1073 και Κωνσταντινίδου Χριστίνα, Κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος, Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή 2001.

[49] Παύλου Μίλτος, «Οι “λαθρέμποροι του φόβου”: ρατσιστικός λόγος και μετανάστες στον τύπο μιας υποψήφιας μητρόπολης», στο Μαρβάκης Α., Παρσάνογλου Δ., Παύλου Μ. (επιμ.), Μετανάστες στην Ελλάδα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, σσ. 127-162. Επίσης, Κωνσταντινίδου, ό.π. Οι Lazaridis και Wickens κάνουν λόγο για τη δημιουργία μιας «επικίνδυνης τάξης» (Lazaridis Gabriela και Wickens Eugenia, «‘Us’ and the ‘Others’: Ethnic Minorities in Greece», Annals of Tourism Research 26, 3 (1999), σσ. 623-655).

[50] Πρβλ. την ανάλυση του Paul Gilroy, ο οποίος ανιχνεύει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 τη «φυλετικοποίηση» της πολιτικής ζωής μέσω της σύνδεσης της εγκληματικότητας με τους μαύρους (ό.π., σ. xxxv).

[51] Στο ίδιο, σ. 42. Η Λίνα Βεντούρα αναλύει την έξαρση του εθνικισμού στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την σύνδεσή του με το ρατσισμό (Βεντούρα Λίνα, «Εθνικισμός, ρατσισμός και μετανάστευση στη σύγχρονη Ελλάδα», στο Παύλου Μ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), ό.π., σσ. 174-204.

[52] Ψημμένος Ιορδάνης, Μετανάστευση από τα Βαλκάνια – Κοινωνικός αποκλεισμός στην Αθήνα, Παπαζήσης Αθήνα 2004.

[53] Ζωγραφάκης Σ., Κόντης Α., Μητράκος Θ., ό.π., σ. 81.

[54] Μαρούκης Θάνος, «Αλβανική μετανάστευση στην Ελλάδα: Ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής ένταξης», στο Τριανταφυλλίδου Α., Μαρούκης Θ. (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Κριτική, Αθήνα 2010, σ. 179.

[55] Ο Gilroy εφαρμόζει την αρχαιολογική μέθοδο για να δείξει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο λόγος της εγκληματικότητας των μαύρων έγινε κεντρικός στην σύγχρονη «φυλετική» πολιτική, ενώ άλλοι λόγοι έχουν εκπέσει. Η παράβαση του νόμου από τους μαύρους είναι εγγενές στοιχείο της μαύρης κουλτούρας (ό.π., σ. 90).

[56] Για μια γενεαλογία των «καθεστώτων διαφορετικότητας», της παραγωγής διαφοράς από τους εθνικιστικούς λόγους και των μετασχηματισμών τους στην ελληνική κοινωνία βλ. Παπαταξιάρχης Ε., «Το καθεστώς της διαφορετικότητας στην ελληνική κοινωνία: Υποθέσεις εργασίας», στο Παπαταξιάρχης Ε. (επιμ.), Περιπέτειες της ετερότητας: η παραγωγή της πολιτισμικής διαφοράς στη σημερινή Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σσ. 407-460.

[57] Οι βασικοί λόγοι αποτυχίας των προγραμμάτων νομιμοποίησης ήταν η ασυλία που παρεχόταν από το κράτος στους εργοδότες στην απασχόληση μαύρης εργασίας, η δυσκολία που συνάντησαν οι μετανάστες στην ανεύρεση νόμιμης εργασίας προκειμένου να αποκτήσουν τα απαραίτητα ένσημα και η άρνηση των εργοδοτών να επισημοποιήσουν τις ήδη συναφθείσες σχέσεις απασχόλησης με τους μετανάστες. Σύμφωνα με τον Απόστολο Καψάλη, κατά τη διάρκεια της οκταετίας 1998-2005 περίπου 250.000 μετανάστες ήταν αναγκασμένοι να διαβιούν με το φόβο της σύλληψης και να εργάζονται σε καθεστώς μαύρης εργασίας (Καψάλης Α., «Η ποσοτική διάσταση της μετανάστευσης», στο Καψάλης Α. (επιμ.), Αδήλωτη απασχόληση και «νομιμοποίηση» των μεταναστών, ΙΝΕ – ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2007, σ. 50). Για την άρνηση των εργοδοτών να καλύψουν την ασφάλιση των εργαζομένων, βλ. Καβουνίδη Τζένη, Έρευνα για την οικονομική και κοινωνική ένταξη των μεταναστών. Παρατηρητήριο Απασχόλησης, Αθήνα 2003. Επίσης Κατσορίδας Δημήτρης, «Μετανάστες εργαζόμενοι και οικονομική ανάπτυξη», στο http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/ToKtirio/Fotografiko-Archeio/#5c03984eb34c-4e44-b868-d46c278f261f . Καψάλης Α. (επιμ.), Αδήλωτη απασχόληση και “νομιμοποίηση” των μεταναστών, ΙΝΕ – ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2007, σσ. 97-136. Βλ. επίσης την παρουσίαση μελετών για τη μετανάστευση στην Επιτροπή Κοινωνικής Ασφάλισης της Βουλής (Ρομπόλης, Μαρούκης, Ψημμένος 2011) http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/ToKtirio/Fotografiko-Archeio/#5c03984e-b34c-4e44-b868-d46c278f261f.

[58] Butler Judith, The Psychic Life of Power, Stanford University Press, Στάνφορντ 1997, σ. 16.

[59] Στο ίδιο, σσ. 118. «Όταν ακούω τη φράση “αυτή είναι Αλβανίδα”, αισθάνομαι ότι το λένε για να με κάνουν να νιώσω ένοχη για την καταγωγή μου. Αυτό συνέβαινε κυρίως τα πρώτα χρόνια, αλλά ευθύνες σε αυτό έχουν και οι Αλβανοί και όχι μόνο οι Έλληνες. Προσπαθούμε να δουλέψουμε τίμια και όλοι πρέπει να κάνουν κάτι για να αποκαταστήσουμε το όνομα των Αλβανών. Δεν υστερούμε σε εξυπνάδα και σε περηφάνια». Από το ντοκιμαντέρ του Ylli Pepo, Ίσιος. Πλάνα που δημοσιεύτηκαν στον Ιό της Κυριακής: «Ylli Pepo, Ίσιος. Το ανεπιθύμητο ντοκιμαντέρ: Η κομμένη ταινία για τους αλβανούς μετανάστες», Ελευθεροτυπία, 10 Ιουνίου 2007.

[60] Agamben, Giorgio, Κατάσταση εξαίρεσης: Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007.

[61] Στις 16 Μαρτίου 2010 ψηφίστηκε το σχέδιο νόμου για την ιθαγένεια: «Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή ομογενών και νομίμως διαμενόντων μεταναστών και άλλες ρυθμίσεις». Η κατάργηση του θεσμικού πλαισίου και οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν από την περίοδο 2011-2015 αποτέλεσαν οπισθοχώρηση ως προς τα παραπάνω και εγκατέστησαν το ρατσισμό ως οργανωτική αρχή διακυβέρνησης.

[62] Brown Wendy, States of Injury: Power and Freedom in Late Modernity, Princeton University Press, Πρίνστον 1995, σσ. 126-128.

[63] Rancière Jacques, «Politics, Identification, Subjectivization», στο Rachman J. (επιμ.), The Identity in Question, Rutledge, Λονδίνο 1992, σ. 70.

[64] Στο ίδιο.

Βιβλιογραφία

Αβδελά Έφη, «Διά λόγους τιμής»: βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, Νεφέλη, Αθήνα 2002.

Agamben Giorgio, Κατάσταση εξαίρεσης: Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007

Avdela Efi, «Work, Gender and History in the 1990s and Beyond», στο Davidoff L., McClelland K.,Varikas E. (επιμ.), Gender and History: Retrospect and Prospect, Blackwell, Οξφόρδη 2000, σσ. 528-541.

Βεντούρα Λίνα, «Εθνικισμός, ρατσισμός και μετανάστευση στη σύγχρονη Ελλάδα», στο Παύλου Μ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης: Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, Κριτική, Αθήνα 2004, σσ. 174-204.

Baldwin-Edwards Martin, Κυριακού Ιωάννης, «Στατιστικά δεδομένα για τους μετανάστες στην Ελλάδα: Αναλυτική μελέτη για τα διαθέσιμα στοιχεία και προτάσεις για τη συμμόρφωση με τα standards της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μεσογειακό Παρατηρητήριο Μετανάστευσης», ΙΑΠΑΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 15 Νοεμβρίου 2004. (http://
www.immigrantwomen.gr/portal/images/ektheseis/statistika_dedomena_metanaston.pdf).

Bhabha Homi, The Location of Culture, Routledge, Λονδίνο 1994.

Bourdieu Pierre, Η αίσθηση της πρακτικής (μτφ.: Θεόδωρος Παραδέλλης), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006.

Brooke Stephen, «Gender and Working-Class Identity in Britain in the 1950s», Journal of Social History 35 (2001), σσ. 773-795.

Brown Wendy, States of Injury: Power and Freedom in Late Modernity, Princeton University Press, Πρίνστον 1995.

Butler Judith, The Psychic Life of Power, Stanford University Press, Στάνφορντ 1997.

Butler Judith, Αναταραχή φύλου: ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας (μτφ.: Γιώργος Καράμπελας), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009.

Γκολφινόπουλος Γιάννης, «Έλληνας ποτέ...» Αλβανοί και ελληνικός τύπος τη νύχτα της 4ης Σεπτεμβρίου 2004 (επιστ. επιμ.: Α. Χαλκιά), Ισνάφι, Ιωάννινα 2007.

Γιαννακόπουλος Κώστας, «Έμφυλη τάξη και αταξία: “φυσικός” ανδρισμός και άσκηση εξουσίας», στο Γκέφου-Μαδιανού Δ. (επιμ.), Εαυτός και «Άλλος». Εννοιολογήσεις, ταυτότητες και πρακτικές στην Ελλάδα και την Κύπρο, Gutenberg, Αθήνα 2003, σσ. 183-205.

Chowdury-Sengupta Indira, The Frail Hero and Virile History: Gender and the Politics of Culture in Colonial Bengal, Oxford University Press, Νέο Δελχί 1998.

Cody Lisa, «This Sex Which Seems to Have Won: The Emergence of Masculinity as a Category of Historical Analysis», Radical History Review 61 (1995), σσ. 175-83.

Fanon Franz, Black Skin White Masks, Grove Press, Νέα Υόρκη 1967.

Fortier Anne-Marie, Migrant Belongings: Memory, Space, Identity, Berg, Λονδίνο 2000.

Gallant, Thomas, Η εμπειρία της αποικιακής κυριαρχίας: Πολιτισμός, ταυτότητα και εξουσία στα Επτάνησα, 1817-1864 (μτφ.: Πελαγία Μαρκέτου), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014.

Gilroy Paul, There Ain’t Νo Black in the Union Jack, Routledge, Λονδίνο 1986.

Ζωγραφάκης Σ., Κόντης Α., Μητράκος Θ., Τα βήματα των μεταναστών στην ελληνική οικονομία, ΙΜΕΠΟ, Αθήνα 2009, σ. 81.

Hart Laurie Kay, «Culture, Civilization, and Demarcation at the Northwest Borders of Greece», American Ethnologist 26, 1 (1999), σσ. 196-220.

Ιός της Κυριακής, «Pepo Ylli, Ίσιος. Το ανεπιθύμητο ντοκιμαντέρ: Η κομμένη ταινία για τους αλβανούς μετανάστες», Ελευθεροτυπία, 10 Ιουνίου 2007.

Joyce Patrick, The Historical Meanings of Work, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 1987.

Καβουνίδη Τζένη, Έρευνα για την οικονομική και κοινωνική ένταξη των μεταναστών. Παρατηρητήριο Απασχόλησης, Αθήνα 2003.

Κανάκης Κώστας, «“Ο εθνικός κορμός”: Γλώσσα, σεξουαλικότητα και εθνότητα στο εθνικό βαλκανικό αφήγημα», Ένεκεν 18 (2010), σσ. 120-136.

Κατσορίδας Δημήτρης, «Μετανάστες εργαζόμενοι και οικονομική ανάπτυξη». Στο Απόστολος Καψάλης (επιμ.), Αδήλωτη απασχόληση και ‘νομιμοποίηση’ των μεταναστών, ΙΝΕ –ΓΣΕΕ ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2007, σσ. 97-136.

Καψάλης Απόστολος, «Η ποσοτική διάσταση της μετανάστευσης», στο Καψάλης Απόστολος (επιμ.), Αδήλωτη απασχόληση και “νομιμοποίηση” των μεταναστών. ΙΝΕ – ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2007, σσ. 43-96.

Κωνσταντινίδου Χριστίνα, Κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος, Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή 2001.

Kracauer Siegfried, History: The Last Things before the Last, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 1969.

Λαμπροπούλου Δήμητρα, Οικοδόμοι: οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950-1967, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

Lazaridis Gabriela, Wickens Eugenia, «‘Us’ and the ‘Others’: Ethnic Minorities in Greece», Annals of Tourism Research 26, 3 (1999), σσ. 623-655.

Μαρούκης Θάνος, «Αλβανική μετανάστευση στην Ελλάδα: Ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής ένταξης», στο Τριανταφυλλίδου Α., Μαρούκης Θ. (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Κριτική, Αθήνα 2010, σσ. 173-206.

Μαρούκης, Θ., Οικονομική μετανάστευση στην Ελλάδα: Αγορά εργασίας και κοινωνική ένταξη, Παπαζήσης, Αθήνα 2010

Μπάδα Κωνσταντίνα, «Ιστορίες μετανάστευσης μέσα από παράνομα μονοπάτια: χώρος και ταυτότητες», στο Σπυριδάκης Μ. (επιμ.), Μετασχηματισμοί του χώρου: κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις, Νήσος, Αθήνα 2009, σσ. 227-256.

Μπακαλάκη Αλεξάνδρα, «Για την ποιητική της ομοιότητας», στο Παπαταξιάρχης Ε. (επιμ.), Περιπέτειες της Ετερότητας: Η παραγωγή της πολιτισμικής διαφοράς στη σημερινή Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007, σσ. 383-406.

Μπαλτσιώτης Λάμπρος, «Ιθαγένεια και πολιτογράφηση στην Ελλάδα της μετανάστευσης: (αντι)φάσεις μιας αδιέξοδης πολιτικής», στο Παύλου Μ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης: Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, Κριτική – ΚΕΜΟ, Αθήνα 2004, σσ. 302-337.

Mangalakova Tanya, «O Kanun στη σύγχρονη καθημερινότητα της Αλβανίας, του Κοσόβου και του Μαυροβουνίου», στο Βουτυρά Ε., Βαν Μπούσχοτεν Ρ. (επιμ.), Ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν: Εθνογραφίες του μετασοσιαλιστικού κόσμου, Κριτική, Αθήνα 2007, σσ. 507-551.

Nandy Ashis, The Intimate Enemy: Loss and Recovery of Self Under Colonialism, Oxford University Press, Νέο Δελχί 1983.

Παπαταξιάρχης Ευθύμιος, «Ο κόσμος του καφενείου: ταυτότητα και ανταλλαγή στον ανδρικό συμποσιασμό», στο Παπαταξιάρχης Ε., Παραδέλλης Θ. (επιμ.), Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σσ. 209-250.

Παπαταξιάρχης Ευθύμιος, «Το καθεστώς της διαφορετικότητας στην ελληνική κοινωνία: Υποθέσεις εργασίας», στο Παπαταξιάρχης Ε. (επιμ.), Περιπέτειες της ετερότητας: η παραγωγή της πολιτισμικής διαφοράς στη σημερινή Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σσ. 407-460.

Πασσερίνι Λουΐζα, «Προφορικές πηγές και ανάλυση πολιτισμικών ταυτοτήτων», Σπαράγματα του 20ού αιώνα, Νεφέλη, Αθήνα 1997, σσ. 101-165.

Παύλου Μίλτος, «Οι “λαθρέμποροι του φόβου”: ρατσιστικός λόγος και μετανάστες στον τύπο μιας υποψήφιας μητρόπολης», στο Μαρβάκης Α, Παρσάνογλου Δ., Παύλου Μ. (επιμ.), Μετανάστες στην Ελλάδα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, σσ. 127-162.

Papailias Penelope, «‘Money of kurbet is money of blood’: the making of a ‘hero’ of migration at the Greek- Albanian border», Journal of Ethnic and Migration Studies 29, 6 (2003), σσ. 1059-1078.

Psimmenos I., Kasimati, K., «Shifting Work Identities and Oppositional Work Narratives», στο Netherlands Institute in Athens, Immigration and integration in Northern versus Southern Europe, Αθήνα 2004.

Rancière Jacques, «Politics, Identification, Subjectivization», στο Rachman J. (επιμ.), The Identity in Question, Rutledge, Λονδίνο 1992, σσ.63-72.

Reddy William, «Against Constructionism: The Historical Ethnography of Emotions». Current Anthropology 38 (1997), σσ. 327-351.

Roper Michael, Tosh John (επιμ.), Manful Assertions: Masculinities in Britain since 1800, Routledge, Λονδίνο 1991.

Sinha Mrinalini, Colonial Masculinity: The ‘Manly Englishman’ and the ‘Effeminate Bengali’ in the Late Nineteenth Century, Manchester University Press, Μάντσεστερ 1995.

Sinha Mrinalini, «Giving Masculinity a History: Some Contributions from the Historiography of Colonial India», Gender and History 11, 3 (1999), σσ. 445–460.

Τριανταφυλλίδου Α., «Διαστάσεις και χαρακτηριστικά της μετανάστευσης προς την Ελλάδα», στο Τριανταφυλλίδου Α., Μαρούκης Θ. (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Κριτική, Αθήνα 2010, σσ. 57-96.

Τσιμπιρίδου Φωτεινή, «Μετανάστες και πολιτισμός. Σκέψεις για την εννοιολόγηση και χρήση των αναλυτικών εργαλείων στο ζήτημα της μετανάστευσης», στο Παύλου Μ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης: Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, Κριτική – ΚΕΜΟ, Αθήνα 2004, σσ. 141-173.

Willis Paul, Μαθαίνοντας να δουλεύεις. Πώς τα παιδιά εργατικής προέλευσης επιλέγουν δουλειές της εργατικής τάξης (εισ.: Γ. Πεχτελίδης, μτφ.: Υ. Κοσμά), Gutenberg, Αθήνα 2012.

Φουντανόπουλος Κώστας, Εργασία και εργατικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη (1908-1936): Ηθική οικονομία και συλλογική δράση στο Μεσοπόλεμο, Νεφέλη, Αθήνα 2005.

Φούσκας Θεόδωρος, «Κοινότητες» μεταναστών και εργασιακή αντιπροσώπευση, Παπαζήσης, Αθήνα 2012.

Χριστόπουλος Δημήτρης, «Οι μετανάστες στην ελληνική πολιτική κοινότητα», στο Παύλου Μ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης: Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, Κριτική – ΚΕΜΟ, Αθήνα 2004, σσ. 338-366.

Ψημμένος Ιορδάνης, Μετανάστευση από τα Βαλκάνια – Κοινωνικός αποκλεισμός στην Αθήνα, Παπαζήσης, Αθήνα 2004.

Summary

Masculinity, work identities and citizenship in the narratives of Albanian migrants in Greece

Pothiti Hantzaroula
University of Aegean

The article aims at illustrating the interconnections between gender, work and citizenship in the narratives of Albanian migrants in the city of Volos. It draws on the experiences of men at work and explores the ways in which labour relationships shape gender identity and perceptions of citizenship. Categories such as “master” and “apprentice” are central for the establishment of work and gender identities. Paternalism and the establishment of pseudo familial bonds structure the relationship between employer and employee, which requires stripping oneself of his Albanian identity. Furthermore, the article explores the ways in which the discourse on rights affects migrants’ perceptions of their status in the country of residence. Self-esteem and self recognition are inextricably linked to citizenship rights. The introduction of the analytical category of “race” in the study of migration in Greece aims at illuminating important dimensions of migrants’ perceptions of citizenship and at the understanding of the process of the remaking of their subjectivity. “Passing” is employed in this context as a central strategy of the interviewees to manage the diffusion of racism both in the media and in everyday life. Disidentification from Albanian identity and “passing” for Greek feature as enacted fantasies of incorporation and constitute responses to humiliating exposure.

Πηγή: http://www.academia.edu/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ