Menu
20 / 11 / 2019 - 11:40 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

hayden 1

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση του κεφαλαίου “The Grand Domestic Revolution” του βιβλίου Η Μεγάλη Οικιακή Επανάσταση: Μια Ιστορία των Φεμινιστικών Σχεδίων για Αμερικάνικα Σπίτια, Γειτονιές και Πόλεις (The Grand Domestic Revolution: A History of Feminist designs for American Homes, Neighborhoods and Cities) της Dolores Hayden.

Αποτελεί μια παρουσίαση της παράδοσης του υλιστικού φεμινισμού και των τρόπων με τους οποίους επηρέασε το λόγο για τη θέση της γυναίκας ως οικιακής εργάτριας (αιτήματα για την αναγνώριση της οικιακής εργασίας ως εργασίας, απαίτηση μισθού για την οικιακή εργασία, αιτήματα για συλλογική ανάληψη του νοικοκυριού, κ.λπ.). Το κείμενο αναφέρεται στην περίοδο από τα τέλη του 19ου αιώνα με την άνθηση των μεγάλων, πυκνοκατοικημένων πόλεων (βιομηχανική πόλη), μέσω της μορφής των οποίων γεννιέται και το όραμα για κοινοτική συλλογική διαβίωση και διαχείριση των οικιακών εργασιών, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα που γίνεται η στροφή προς τα προάστια και η εκτεταμένη εγκατάσταση σε αυτά, θέτοντας ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι υλίστριες φεμινίστριες έπαψαν σιγά-σιγά να έχουν σημείο αναφοράς.

Οι υλίστριες φεμινίστριες διεκδίκησαν την αυτονομία των νοικοκυρών στην οικιακή ζωή και την αυτονομία των γυναικών στην αστική κοινότητα. Η επιμονή τους να μετατραπεί το σύνολο της οικιακής εργασίας και παιδικής φροντίδας σε κοινωνική εργασία αποτελούσε κύριο αίτημα των προσπαθειών τους και είναι ένα καίριο ζήτημα που παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά την πρώτη δράση των υλιστριών φεμινιστριών.

Με τη μετάφραση του συγκεκριμένου κειμένου, επιχειρούμε να θίξουμε τη γυναικεία απομόνωση στο σπίτι και τον εγκλωβισμό της γυναίκας στην οικιακή σφαίρα. Ίσως η σύγχρονη νοικοκυρά να μην βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση με αυτή που περιγράφεται στο κείμενο, μια και το είδος και οι συνθήκες εργασίας της εντός και εκτός σπιτιού σε κάποιο βαθμό έχουν αλλάξει. Παραμένει όμως μια κατάσταση ιδιαιτέρως επίκαιρη, καθώς την βιώνουν μέχρι σήμερα οι γυναίκες, έμμισθα εργαζόμενες ή μη, υιοθετώντας καθημερινά το ρόλο της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, της νταντάς, της νοσοκόμας... στο σπίτι τους, στο σπίτι κάποιας άλλης ή και στα δύο ταυτόχρονα.

hayden 2

Μια Χαμένη Φεμινιστική Παράδοση

Το μαγείρεμα, η φροντίδα των παιδιών και το καθάρισμα του σπιτιού, εργασίες που συχνά γίνονται αντιληπτές ως «γυναικείες δουλειές» που πρέπει να εκτελούνται απλήρωτα μέσα σε οικιακά περιβάλλοντα, αποτελούσαν ανέκαθεν και ανά τον κόσμο ένα σημαντικότατο μέρος της απαραίτητης εργασίας. Ωστόσο, καμιά βιομηχανική κοινωνία δεν έλυσε ποτέ τα προβλήματα που δημιουργεί για τις γυναίκες ο έμφυλος καταμερισμός αυτής της εργασίας. Ούτε και έχει ξεπεράσει καμία κοινωνία τα προβλήματα που δημιουργεί η χωροθέτηση αυτής της εργασίας εντός του σπιτιού, τόσο για τις νοικοκυρές όσο και για τις εργαζόμενες γυναίκες που επιστρέφουν από τα εργοστάσια και τα γραφεία σε μια δεύτερη δουλειά στο σπίτι. Αυτό το βιβλίο καταπιάνεται με τις προσπάθειες των πρώτων φεμινιστριών[1] στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναγνωρίσουν την οικονομική εκμετάλλευση της γυναικείας οικιακής εργασίας από τους άντρες ως τη βασικότερη αιτία της έμφυλης ανισότητας. Η συγγραφέας τις αποκαλεί υλίστριες φεμινίστριες επειδή τόλμησαν να ορίσουν μια «μεγάλη οικιακή επανάσταση»[2] για τις υλικές συνθήκες διαβίωσης των γυναικών. Απαίτησαν οικονομική αποζημίωση για την απλήρωτη γυναικεία οικιακή εργασία. Πρότειναν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση του χωρικού σχεδιασμού και της υλικής κουλτούρας των αμερικάνικων σπιτιών, γειτονιών και πόλεων. Ενώ άλλες φεμινίστριες διεκδικούσαν την πολιτική ή κοινωνική αλλαγή με φιλοσοφικά ή ηθικά επιχειρήματα, οι υλίστριες φεμινίστριες επικεντρώθηκαν σε οικονομικά και χωρικά ζητήματα, τα οποία και θεωρούσαν τη βάση της υλικής ζωής.

Μεταξύ του τέλους του Εμφύλιου Πολέμου και της αρχής της Μεγάλης Ύφεσης, τρεις γενιές υλιστριών φεμινιστριών εγείρανε θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με αυτά που αποκαλούνταν «γυναικεία σφαίρα» και «γυναικεία εργασία». Αναμετρήθηκαν με δύο χαρακτηριστικά του βιομηχανικού καπιταλισμού: το φυσικό διαχωρισμό του χώρου του σπιτιού από τον δημόσιο χώρο και τον οικονομικό διαχωρισμό της οικιακής οικονομίας από την πολιτική οικονομία. Προκειμένου να ξεπεράσουν τον δεδομένο σχεδιασμό του αστικού και του οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε τη δουλειά τους αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιών, όπως οι συνεταιρισμοί νοικοκυρών, καθώς και νέους τύπους κτιρίων, όπως το σπίτι χωρίς κουζίνα, ο παιδικός σταθμός, η δημόσια κουζίνα και η κοινόχρηστη λέσχη φαγητού. Επίσης, πρότειναν ιδεατές, φεμινιστικές πόλεις. Με τον επαναπροσδιορισμό της οικιακής εργασίας και των στεγαστικών αναγκών των γυναικών και των οικογενειών τους, ώθησαν τους αρχιτέκτονες και τους αστικούς σχεδιαστές στο να ξανασκεφτούν τις επιδράσεις του σχεδιασμού στην οικογενειακή ζωή. Για έξι δεκαετίες, οι υλίστριες φεμινίστριες προβάλανε μια ισχυρή ιδέα: ότι οι γυναίκες πρέπει να δημιουργήσουν φεμινιστικά σπίτια, με κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία και παιδική φροντίδα, προκειμένου να μπορέσουν να γίνουν πραγματικά ίσα μέλη της κοινωνίας.[3]

hayden 4

Οι ουτοπικές και πραγματιστικές καταβολές του υλιστικού φεμινισμού, η γοητεία που ασκούσε ευρέως και τα πρακτικά πειράματα που προκάλεσε δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά. Από τη δεκαετία του 1930 και έπειτα, ελάχιστοι διανοητές και ακτιβιστές έχουν καν υποπτευτεί ότι μπορεί να υπήρξε μια τέτοια πνευματική, πολιτική και αρχιτεκτονική παράδοση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν η Betty Friedan έψαχνε τρόπο να περιγράψει «τα προβλήματα της νοικοκυράς που δεν έχουν όνομα» και κατέληξε στο «γυναικείο μυστήριο» (feminine mystique), το βιβλίο Γυναίκες και Οικονομία (Women and Economics) (με υπότιτλο Ο Οικονομικός Παράγοντας Μεταξύ Αντρών και Γυναικών σαν Παράγοντας στην Κοινωνική Εξέλιξη – The Economic Factor Between Men and Women as a Factor in Social Evolution–) της Charlotte Perkins Gilman είχε δεκαετίες που έπαψε να τυπώνεται. Ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι φεμινίστριες άρχισαν και πάλι να διαβάζουν μανιωδώς το έργο της Gilman, αλλά τα βιβλία της επανεμφανίστηκαν χωρίς να ανακαλυφθεί ξανά το ιστορικό πλαίσιο της υλιστικής φεμινιστικής σκέψης και πολιτικής πρακτικής που τα ενέπνευσε. Ιστορικοί όπως ο Carl Degler και ο William O’Neill εσφαλμένα χαρακτήρισαν την Gilman εξτρεμίστρια. Κανείς δεν αναγνώρισε πως δεν ήταν παρά ένα μέλος μιας ζωντανής και έντονης παράδοσης που περιλάμβανε και άλλες ισχυρές ακτιβίστριες και υποστηρίκτριες της φεμινιστικής οικιακής αναμόρφωσης, όπως η Melusina Fay Peirce, η Marie Stevens Howland, η Victoria Woodhull, η Mary Livermore, η Ellen Swallow Richards, η Mary Hinman Abel, η Mary Kenney O’Sullivan, η Henrietta Rodman και η Ethel Puffer Howes.

Η απώλεια της υλιστικής φεμινιστικής παράδοσης οδήγησε επίσης τους διανοητές στη συνολική παρερμηνεία της φεμινιστικής ιδεολογίας. Η κεντρική ιδέα του φεμινιστικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού ήταν η υπέρβαση του διαχωρισμού μεταξύ οικιακής και δημόσιας ζωής που δημιούργησε ο βιομηχανικός καπιταλισμός και των επιπτώσεων που είχε για τις γυναίκες. Κάθε φεμινιστική εκστρατεία για τη γυναικεία αυτονομία πρέπει να ιδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Ωστόσο, οι διανοητές έχουν την τάση να διαιρούν αυτόν τον συνεκτικό αγώνα σε ξεχωριστές φράξιες. Οι τυπολογικές ταμπέλες, όπως σουφραζέτα, κοινωνική φεμινίστρια και οικιακή φεμινίστρια, κάνουν μια υπερβολικά ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στις γυναίκες που επικεντρωνόταν σε δημόσια –ή κοινωνικά– ζητήματα και σε εκείνες που επικεντρωνόταν σε ιδιωτικά –ή οικογενειακά– ζητήματα.[4] Οι περισσότερες φεμινίστριες επιθυμούσαν να αυξήσουν τα δικαιώματα των γυναικών στο σπίτι και ταυτόχρονα να φέρουν την οικιακή φροντίδα στη δημόσια ζωή. H Frances Willard παρότρυνε τα μέλη της Χριστιανικής Ένωσης Εγκράτειας Γυναικών (Women’s Christian Temperance Union) να αναλάβουν το δημόσιο έργο του «κοινοτικού νοικοκυριού» και να «βγάλουν το σπίτι έξω στον κόσμο» για να «κάνουν ολόκληρο τον κόσμο σαν το σπίτι».[5] Η ψήφος, η ανώτερη εκπαίδευση, η εργασία και τα γυναικεία εργατικά συνδικάτα αποτελούσαν απαίτηση των φεμινιστριών στο όνομα της επέκτασης και της προστασίας της γυναικείας οικιακής σφαίρας και όχι της εξάλειψής της.

Όπως υποστήριξε η Susan B. Anthony, «όταν η κοινωνία οργανωθεί σωστά, η σύζυγος και μητέρα θα έχει το χρόνο, την επιθυμία και τη θέληση να αναπτυχθεί πνευματικά και θα γνωρίζει τα όρια της σφαίρας της και το εύρος των καθηκόντων της που θα ορίζεται μόνο από το μέτρο των δυνατοτήτων της».[6] Ανεξάρτητα από το αν οι φεμινίστριες επιδίωκαν τον έλεγχο της ιδιοκτησίας, της κηδεμονίας των παιδιών, του διαζυγίου, της «εθελοντικής μητρότητας», της εγκράτειας, της πορνείας, της στέγασης, της αποχέτευσης, της ύδρευσης, των σχολείων ή των χώρων εργασίας, οι στόχοι τους ήταν αυτοί που συνοψίζονται από την ιστορικό Aileen Kraditor: «η γυναικεία σφαίρα πρέπει να ορίζεται από τις γυναίκες».[7]

hayden 5

Οι υλίστριες φεμινίστριες, όπως η Peirce, η Gilman, η Livermore και η Howes, τοποθετούσαν τις ίδιες και τις προσπάθειές τους για κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας στο ιδεολογικό επίκεντρο του φεμινιστικού κινήματος. Όριζαν τον γυναικείο έλεγχο της γυναικείας σφαίρας ως γυναικείο έλεγχο της αναπαραγωγής της κοινωνίας. Κατείχαν το πνευματικό έδαφος μεταξύ των διεκδικήσεων των άλλων φεμινιστριών για αυτονομία των νοικοκυρών στην οικιακή ζωή και για αυτονομία των γυναικών στην αστική κοινότητα. Η επιμονή τους να μετατραπεί το σύνολο της οικιακής εργασίας και παιδικής φροντίδας σε κοινωνική εργασία αποτελούσε αίτημα για ζεστές, σπιτίσιες γειτονιές. Με έμφαση σε αυτό, συνδέσανε όλες τις άλλες πτυχές της φεμινιστικής ανταρσίας σε ένα συνεχόμενο οικονομικό και χωρικό αγώνα, σε κάθε κλίμακα από το σπίτι μέχρι τη χώρα. Επειδή η θεωρητική τους τοποθέτηση αντιπροσώπευε τη λογική επέκταση πολλών ιδεών σχετικά με τη γυναικεία αυτονομία, οι υλίστριες φεμινίστριες ασκούσαν επιρροή πολύ μεγαλύτερη από την αριθμητική τους ισχύ. Κατά το μισό αιώνα, πριν από το 1917, περίπου πέντε χιλιάδες γυναίκες και άντρες συμμετείχαν στα φεμινιστικά πειράματα για την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας, ενώ δύο εκατομμύρια ήτανε μέλη του Εθνικού Αμερικανικού Συλλόγου για τη Γυναικεία Ψήφο (National American Woman’s Suffrage Association – NAWSA).[8] Παρ’ όλα αυτά, η Carrie Chapman Catt, η επικεφαλής του NAWSA, θεωρούσε την Gilman τη σημαντικότερη εν ζωή αμερικανίδα φεμινίστρια, ενώ για τη Harriet Stanton Blatch, σουφραζέτα και μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το Women and Economics της Gilman αποτελούσε «Βίβλο».[9]

Τολμώντας να μιλήσουν για την οικιακή επανάσταση, η Peirce, η Gilman και άλλες υλίστριες φεμινίστριες ανέπτυξαν νέους ορισμούς για την οικονομική ζωή και το σχεδιασμό οικισμών, τους οποίους αποδέχονταν πολλοί σοσιαλιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη παρόλο που συχνά παρέπεμπαν αυτά τα ζητήματα σε κάποιο μελλοντικό χρόνο «μετά την επανάσταση», ακριβώς όπως κάποιες σουφραζέτες τα ανέβαλαν για να τα διαχειριστούν μετά την κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου. Επιπλέον, οι υλίστριες φεμινίστριες κέρδισαν συμμάχους στην Ευρώπη, όπως η Alva Myrdal στη Σουηδία και η Lily Braun στη Γερμανία.

Πολιτικοί ακτιβιστές και ακτιβίστριες με διαφορετικές μεταξύ τους καταβολές, όπως η Elizabeth Cady Stanton, η Alexandra Kollontai, ο Ebenezer Howard και ο Friedrich Engels, αναγνώριζαν την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας ως έναν στόχο που υποστήριζαν. Το πρόγραμμα του υλιστικού φεμινισμού δεν ήταν μόνο ένα θεμελιώδες πρόταγμα οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης για τον μισό πληθυσμό, αλλά πυροδότησε και το φαντασιακό των ακτιβιστών/ριών επειδή ήταν ένα πρόγραμμα για τον εργατικό έλεγχο της αναπαραγωγής της κοινωνίας, ένα πρόγραμμα εξίσου συναρπαστικό με το ιδανικό του εργατικού ελέγχου της βιομηχανικής παραγωγής.

hayden 6

Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ σοσιαλιστών, φεμινιστριών και υλιστριών φεμινιστριών σχετικά με τον εργατικό έλεγχο της κοινωνικοποίησης της οικιακής εργασίας ήταν ουσιαστικές.[10] Οι σοσιαλιστές, όπως ο Ένγκελς και ο Λένιν, υποστήριζαν ότι η ισότητα των γυναικών θα ερχόταν ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στη βιομηχανική παραγωγή, γεγονός που θα μπορούσε να καταστεί δυνατό με την παροχή κοινωνικοποιημένης παιδικής φροντίδας και προετοιμασίας γευμάτων. Η κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας αποτελούσε για εκείνους απλώς ένα μέσο για την κατάκτηση αυτού του στόχου. Δεν θεωρούσαν την κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία σημαντική εργασία, καθώς υπέθεταν πως θα εκτελούνταν από γυναίκες χαμηλού στάτους. Από την άλλη, κάποιες αμερικανίδες φεμινίστριες, όπως η Florence Kelley και η Julia Lathrop, αποζητούσαν από το καπιταλιστικό κράτος να παρέχει υπηρεσίες για τη βοήθεια των εργαζόμενων γυναικών χωρίς να αναλύουν τα οφέλη που θα υπαινίσσονταν αυτές οι υπηρεσίες για τον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Μόνο οι υλίστριες φεμινίστριες υποστήριζαν ότι οι γυναίκες έπρεπε να διεκδικήσουν τον έλεγχο της σημαντικότατης αναπαραγωγικής εργασίας, την οποία ήδη επιτελούσαν, και να την αναδιοργανώσουν ώστε να αποκτήσουν οικονομική δικαιοσύνη για τις ίδιες. Απαιτούσαν τόσο οικονομική αποζημίωση όσο και αξιοπρέπεια για την παραδοσιακή σφαίρα εργασίας της γυναίκας. Ήταν απρόθυμες να επιτρέψουν στους άντρες να διατείνονται ότι η ισότητα για μια γυναίκα θα πήγαζε τελικά από την ικανότητά της να αναλάβει «αντρική» εργασία στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, αλλά και να περιγράψουν το κράτος ως τον φορέα της χειραφέτησής τους. Παρόλο που οι υλίστριες φεμινίστριες κάποιες φορές τείνανε προς αυτές τις θέσεις (για παράδειγμα, η Charlotte Perkins Gilman προς τον σοσιαλισμό, η Ellen Richards προς τον φεμινισμό), συνήθως δήλωναν ξεκάθαρα ότι η γυναικεία εργασία πρέπει να ελέγχεται από τις γυναίκες –οικονομικά και κοινωνικά.

hayden 7

Φεμινισμός και Σοσιαλισμός

Αν και η υλιστική φεμινιστική παράδοση είναι σχετικά άγνωστη σήμερα, η έμφασή της στην αναδιάρθρωση της γυναικείας εργασίας ως υλική βάση για την αναπαραγωγή της κοινωνίας είναι άμεσα συσχετισμένη με τους σημερινούς πολιτικούς αγώνες. Ο υλιστικός φεμινισμός ρίχνει φως στο ιστορικό σχίσμα ανάμεσα στα δύο σημαντικότερα κοινωνικά κινήματα των τελών του 19ου αιώνα, τον Μαρξικό σοσιαλισμό και τον φεμινισμό, επειδή προέκυψε άμεσα από ένα κίνημα, τον κοινοτικό σοσιαλισμό, που ήτανε προγενέστερο και, σε κάποιο βαθμό, γέννησε και τα δύο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, κάποιοι ουτοπικοί σοσιαλιστές όπως ο Robert Owen και ο Charles Fourier άσκησαν κριτική στον βιομηχανικό καπιταλισμό για τις επιπτώσεις που είχε στην ανθρώπινη εργασία και πρότειναν προγράμματα για οικονομικά αναδιαρθρωμένες κοινότητες που πάντα έδιναν την ίδια βαρύτητα στην οικιακή και τη βιομηχανική εργασία. Οι ιδέες τους σχετικά με τη σημασία της οικιακής εργασίας επεκτάθηκαν στην υλιστική φεμινιστική παράδοση, ενώ οι Μαρξικοί σοσιαλιστές εξελίξανε την κριτική των ουτοπιστών σχετικά με τη βιομηχανική εργασία.

Δυστυχώς, όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς έκριναν τον κοινοτικό σοσιαλισμό ως ουτοπικό και περιέγραψαν τη δική τους στρατηγική οργάνωσης των βιομηχανικών εργατών ως επιστημονικό σοσιαλισμό, έχασαν τη σχέση με το γυναικείο μισό της ανθρώπινης φυλής, του οποίου η οικιακή εργασία ήταν ουσιαστική για την κοινωνία και διαμορφωνόταν και εκείνη από τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Έχοντας αναπτύξει μια πολύ πιο διεισδυτική κριτική του κεφαλαίου και των λειτουργιών του από τους ουτοπιστές, οι Μαρξικοί σοσιαλιστές μίλησαν πειστικά στους άντρες βιομηχανικούς εργάτες για την κατάληψη των μέσων παραγωγής και αγνόησαν τη γυναικεία εργασία και αναπαραγωγή. Παρόλο που ο Ένγκελς αναγνώρισε ότι η οικογένεια βασιζόταν «στην ανοικτή ή συγκεκαλυμμένη υποδούλωση της γυναίκας»[11] και δήλωσε ότι στην οικογένεια ο άντρας αντιπροσώπευε τον αστό και η γυναίκα τον προλετάριο, οι Μαρξιστές αρνήθηκαν να ενστερνιστούν κάποια τακτική που θα στόχευε στην απελευθέρωση των γυναικών από αυτή τη σκλαβιά. Κάποιοι μάλιστα ήταν αντίθετοι με τη γυναικεία ψήφο, ενώ άλλοι χρησιμοποιούσαν τον φεμινισμό ως υποτιμητικό όρο για να ασκήσουν κριτική στην πολιτική παρέκκλιση.

Εν τω μεταξύ οι φεμινίστριες, οι οποίες οργάνωναν τόσο τις νοικοκυρές όσο και τις εργαζόμενες γυναίκες, αμφισβήτησαν τη λεγόμενη ταξική ανάλυση των Μαρξιστών εφόσον καμιά γυναίκα δεν απολάμβανε τα νόμιμα δικαιώματα ούτε τα οικονομικά οφέλη ενός άντρα της τάξης της. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η γυναικεία εργασία ήταν γενικά περιορισμένη σε ένα στενό φάσμα έμφυλα προσδιορισμένων, χαμηλά αμειβόμενων δουλειών και ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τις γυναίκες να βγάζουν αρκετά χρήματα για να αυτοσυντηρηθούν, πόσο μάλλον να συντηρήσουν και εξαρτώμενα μέλη. Κατά κανόνα οι γυναίκες αποκλείονταν από τα εργατικά συνδικάτα καθώς και από τα αντρικά επαγγέλματα, ενώ τα συνδικάτα διεκδικούσαν αυτό που αποκαλούσαν οικογενειακό εισόδημα για τους άντρες. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ορίσουν τους δικούς τους αγώνες για οικονομική και πολιτική αυτονομία με όρους ταξικής πάλης οργανωμένης γύρω από τα επαγγέλματα των συζύγων ή των πατεράδων τους. Αντ’ αυτού δούλευαν για ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες –για γυναικεία ψήφο, στέγαση, παιδεία, δουλειές και εργατικά συνδικάτα για γυναίκες.

hayden 8

Αυτό το σχίσμα που δημιουργήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ανάμεσα στους Μαρξικούς σοσιαλιστές και στις φεμινίστριες ήταν καταστροφικό και για τα δύο κινήματα. Καθένα κατείχε ένα μέρος της αλήθειας σχετικά με την τάξη και το φύλο, την παραγωγή και την αναπαραγωγή. Οι Μαρξιστές αγνόησαν την απαραίτητη εργασία που εκτελούσε ο μισός πληθυσμός, ενώ οι φεμινίστριες αγνόησαν την ταξική διάρθρωση στον καπιταλισμό και απεύθυναν τα περισσότερα αιτήματά τους προς το κράτος. Μόνο η μικρή ομάδα υλιστριών φεμινιστριών, υπό την καθοδήγηση της Peirce, της Gilman, της Howes και άλλων, έκαναν εκστρατείες για να σταματήσουν την οικονομική εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας, διατηρώντας την πεποίθηση ότι η οικιακή εργασία στο σπίτι θα πρέπει να είναι το κεντρικό ζήτημα στις εκστρατείες για τη γυναικεία αυτονομία. Προκειμένου να ορίσουν τη φεμινιστική τους πάλη για γυναικείο έλεγχο της εργασίας τους, χρησιμοποίησαν οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με τη γυναικεία εργασία παρόμοια με τα επιχειρήματα των Μαρξιστών για την αντρική εργασία, αλλά θεωρούσαν το φύλο, και όχι την τάξη, ως την ενοποιητική κατηγορία.

Στο βαθμό που οι υλίστριες φεμινίστριες εργάζονταν σε μικρές ή μεγάλες πόλεις, εξελίξανε την προηγούμενη παράδοση του ουτοπικού σοσιαλισμού ώστε η χωρική ανάλυσή του να συνοδεύεται από οικονομική ανάλυση. Υποστήριζαν ότι το φυσικό περιβάλλον των πόλεων έπρεπε να επανασχεδιαστεί στο σύνολό του προκειμένου να αντανακλά ισότητα για τις γυναίκες. (Αυτή ήταν μια σημαντική συνεισφορά που διόρθωσε τις τάσεις κάποιων προηγούμενων ουτοπιστών να δουλεύουν μόνο σε πειραματικά σοσιαλιστικά χωριά.) Ταυτόχρονα, οι υλίστριες φεμινίστριες αποδέχονταν το πιο αδύναμο επιχείρημα των ουτοπιστών: την πεποίθηση ότι μετά την αναδιάρθρωση της ανθρώπινης εργασίας και του φυσικού περιβάλλοντος θα έπαυε η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής, επομένως, οι τάξεις στην κοινωνία θα έπαυαν να υπάρχουν. Αυτή η πίστη στην ειρηνική εξέλιξη προς μια αταξική κοινωνία άφησε τις υλίστριες φεμινίστριες εκτεθειμένες σε άγριες επιθέσεις από μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις που είχαν άμεσο οικονομικό συμφέρον να εμποδίσουν τις γυναίκες να πετύχουν την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας τους. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, αυτή η αρνητική αντίδραση τις έπιασε απροετοίμαστες, αφού δεν είχαν αναπτύξει μια επαρκή ανάλυση της ισχύος και των λειτουργιών του καπιταλισμού. Αυτή τη δεκαετία, το συνεργατικό κίνημα, το οποίο είχε προσφέρει πολλές τακτικές για τον σχηματισμό γυναικείων συνεταιρισμών «παραγωγών και καταναλωτών» που χρησιμοποιούνταν από αυτές τις φεμινίστριες, επίσης δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στον εταιρικό ανταγωνισμό και στις κατηγορίες ότι ήταν κομμουνιστικό.

hayden 9

Η αποτυχία των υλιστριών φεμινιστριών να αναπτύξουν μια πλήρη κριτική του βιομηχανικού καπιταλισμού βασίστηκε εν μέρει στην πίστη τους στην κοινωνική εξέλιξη ως φορέα οικονομικής και αστικής μεταμόρφωσης. Έχοντας διαβάσει Charles Darwin, Herbert Spencer και Lester Ward, ήταν τόσο σίγουρες ότι ο καπιταλισμός θα οδηγούσε στον σοσιαλισμό και τόσο πεπεισμένες ότι οι πυκνές βιομηχανικές πόλεις θα γίνονταν συνεργατικές ανθρώπινες κοινότητες που ήταν απροετοίμαστες για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό και την προαστιακή απομόνωση. Σε αυτό το σημείο οι υλίστριες φεμινίστριες μοιράζονταν την αισιοδοξία των Εθνικιστών, των Λαϊκιστών, των Σοσιαλιστών, των Χριστιανοσοσιαλιστών, των Φαμπιανιστών και ακόμα και κάποιων φιλελεύθερων ρεφορμιστών της εποχής τους, συμπεριλαμβανομένων και πολλών αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων που πίστευαν στη βιομηχανική πόλη και στην απελευθερωτική της προοπτική.

Αστική Εξέλιξη

Τα χρόνια κατά τα οποία ήταν πιο ενεργές οι υλίστριες φεμινίστριες που επικέντρωναν στην κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία ήταν εκείνα που είδαν την άνοδο και πτώση της πυκνής, βιομηχανικής καπιταλιστικής πόλης. Αυτή η περίοδος χαρακτηριζόταν από αυξημένη συγκέντρωση αστικού πληθυσμού και διαρκή τεχνολογική καινοτομία, σε αντίθεση με την επόμενη περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού που χαρακτηριζόταν από μειωμένες οικιστικές πυκνότητες και μαζική παραγωγή προηγούμενων τεχνολογικών εφευρέσεων. Οι αγώνες των υλιστριών φεμινιστριών ξεκίνησαν το 1868 με την απαίτηση αμοιβής για την οικιακή εργασία, μια εκστρατεία σύγχρονη με την προώθηση από τους αρχιτέκτονες του συλλογικού αστικού οικιστικού χώρου στις ανατολικές πόλεις, μέσω του σχεδιασμού των πρώτων πολυκατοικιών που χτίστηκαν για τις ανώτερες και μεσαίες τάξεις και τον σχεδιασμό πρότυπων διαμερισμάτων για τους φτωχούς. Οι αγώνες τους τερματίστηκαν το 1931, μετά από πάνω από μια δεκαετία κατά την οποία η φεμινίστριες κατηγορούνταν ως κομμουνίστριες, με την Έκθεση της Επιτροπής για την Ανοικοδόμηση και Ιδιοκτησία Κατοικίας του προέδρου Hoover (Hoover Commission Report on Home Building and Home Ownership), η οποία υποστήριζε την ιδιοκτησία μονοκατοικιών και οδήγησε στην ανάπτυξη 50 εκατομμυρίων μονοκατοικιών χαμηλής τεχνολογίας που στέγαζαν τα τρία τέταρτα των αμερικανικών οικογενειών. Ήταν μια καθοριστική ιδεολογική ήττα, τόσο για τις φεμινίστριες όσο και για τους αρχιτέκτονες και πολεοδόμους που ασχολούνταν με τον σχεδιασμό κατοικίας.

hayden 10

Αυτήν την περίοδο, οι υλίστριες φεμινίστριες έβλεπαν ότι πολλές αποφάσεις σχετικά με την οργάνωση της κοινωνίας του μέλλοντος ενσωματώνονταν στο χτισμένο περιβάλλον. Επομένως, αναγνώρισαν τη χωρική μεταμόρφωση του οικιακού χώρου εργασίας υπό τον γυναικείο έλεγχο ως το κεντρικό ζήτημα που συνέδεε τις εκστρατείες για κοινωνική ισότητα, οικονομική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική αναμόρφωση. Πολλοί αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι μοιράζονταν τις ελπίδες των υλιστριών φεμινιστριών, επειδή η αντίληψη των φεμινιστριών για τη σύγχρονη γυναίκα τούς παρείχε την συλλογιστική για τον σχεδιασμό κατοικιών που θα ήταν πιο εξελιγμένες –κοινωνικά, τεχνολογικά και αισθητικά– από το Βικτωριανό σπίτι της αστικής τάξης. Το 1913, ένας κριτικός αρχιτεκτονικής διακήρυξε περιχαρής, αν και λίγο πρώιμα, ότι «οι ιδέες της Βικτωριανής κοινωνίας για το σπίτι, την οικογένεια και τις γυναίκες είναι εξίσου νεκρές με τις υπόλοιπες ιδέες εκείνης της εποχής», και υποστήριξε ότι η σύγχρονη κατοικία εξαρτιόταν από αυτή την αλλαγή.[12]

Πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, οι φεμινίστριες, οι σχεδιαστές και οι πολιτικοί στοχαστές των αρχών του [19ου] αιώνα θεωρούσαν τον αστικό χώρο ως ένα κοινωνικό και οικονομικό προϊόν. Αντιλήφθηκαν μία μόνο τάση, προς την πυκνότητα και την τεχνολογική καινοτομία καθώς ο μερκαντιλισμός έδινε τη θέση του στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Οι ανάμεικτες εμπορικές, βιοτεχνικές και οικιστικές χρήσεις γης που ήταν χαρακτηριστικές των πόλεων με λιμάνι, στον μερκαντιλισμό (μεταξύ του 18ου και των μέσων του 19ου αιώνα) είχαν δημιουργήσει το τυπικό αστικό περιβάλλον για πεζούς που ο Sam Bass Warner, Jr. έχει αποκαλέσει περιπατητική πόλη και ο David Gordon εμπορική πόλη.[13] Μετά, καθώς αναπτυσσόταν ο βιομηχανικός καπιταλισμός, οι αμερικανικές πόλεις άρχισαν να εκρήγνυνται σε πολύ μεγαλύτερα μεγέθη και αναπτύχθηκε η βιομηχανική πόλη. Καθώς ο εθνικός αστικός πληθυσμός αυξήθηκε από λιγότερα από 10 εκατομμύρια το 1870 σε 54 εκατομμύρια το 1920, τα αστικά τοπία άλλαξαν. Τα εργοστάσια έφτασαν να κυριαρχούν στα κέντρα των πόλεων. Γύρω τους εξαπλώθηκαν αχανείς, ανθυγιεινές οικιστικές περιοχές που στέγαζαν εργάτες, πολλοί από τους οποίους ήταν πρόσφατοι μετανάστες. Ενώ τα σπίτια ήταν στριμωχτά, η ζωή στους δρόμους άνθιζε στις φτωχογειτονιές. Ταυτόχρονα, οι πολυτελείς εμπορικές περιοχές στα κέντρα των πόλεων με τα ξενοδοχεία και τα διαμερίσματα που απευθύνονταν σε λίγους, εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των διευρυνόμενων μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Οι λεωφόροι και τα πάρκα προσέφεραν χώρους περιπάτου. Οι πόλεις αυξήθηκαν σε έκταση καθώς οι κερδοσκόποι κατασκεύαζαν ταξικά διαχωρισμένα οικιστικά προάστια για υπαλλήλους γραφείου και διευθυντές, τα οποία βρίσκονταν στην περιφέρεια της πόλης, ήταν προσπελάσιμα με τα νέα μέσα μαζικής μεταφοράς και εξυπηρετούνταν από τα νέα δίκτυα ύδρευσης και άλλες παροχές. Ο δημόσιος χώρος και οι αστικές υποδομές τόνιζαν τη νέα κοινωνική και οικονομική συνεκτικότητα της αστικής ζωής.

hayden 12

Όταν ο Frederick Law Olmsted, ο γνωστός αρχιτέκτονας τοπίου και πολεοδόμος, ανέλυε τις τεχνολογίες που άλλαζαν με ταχύ ρυθμό την ποιότητα ζωής στις αμερικανικές πόλεις του 1870, έβλεπε την εξελισσόμενη βιομηχανική καπιταλιστική πόλη ως εργαλείο για την απελευθέρωση του νοικοκυριού, αλλά και της κοινωνίας, και κατέληξε ότι όλο και περισσότερες γυναίκες θα επέμεναν να μένουν στην πόλη αντί για την ύπαιθρο, λόγω των πολλών πλεονεκτημάτων που η πόλη προσέφερε στις νοικοκυρές μέσω των νέων δημοτικών και εμπορικών υπηρεσιών. «Φανταστείτε», πρότεινε, «τι γίνεται [...] από τον χασάπη, τον φούρναρη, τον ψαρά, τον μανάβη, από τους πωλητές τροφίμων κάθε είδους, από τον προμηθευτή πάγου, τον σκουπιδιάρη, τον ρακοσυλλέκτη, από τον ταχυδρόμο, τον μεταφορέα, τον αγγελιοφόρο, όλοι τους σας εξυπηρετούν στα σπίτια σας όταν απαιτείται. [Τι γίνεται] από τους υπονόμους, τα λούκια, τα κράσπεδα, τις διαβάσεις, τα πεζοδρόμια, τις δημόσιες μεταφορές, από το γκάζι και το νερό». Συνέχιζε συλλογιζόμενος ότι «υπάρχει κάθε λόγος να υποθέτουμε ότι αυτά που βλέπουμε είναι απλώς μια πρόγευση των όσων θα ακολουθήσουν». Παρέθετε πρόσφατες εφευρέσεις στα υλικά επίστρωσης δαπέδων και στον σχεδιασμό υπονόμων. Έκανε υποθέσεις για την πιθανότητα παροχής δημοτικής θέρμανσης με θερμό αέρα σε κάθε σπίτι. Πρότεινε να εκμεταλλεύονται οι έμποροι τον ηλεκτρικό τηλέγραφο και τον αγωγό πεπιεσμένου αέρα για τις παραγγελίες και τις διανομές. Και πίστευε ότι τα δημόσια πλυντήρια, οι φούρνοι και οι κουζίνες θα προωθούσαν «την οικονομία που προκύπτει από τη συστηματοποίηση και τη συγκέντρωση, από την εφαρμογή ενός μεγάλου συστήματος διαδικασιών που ειδάλλως διεξάγονται με έναν ανοργάνωτο τρόπο που δαπανά άδικα την ανθρώπινη δύναμη».[14]

Το γεγονός ότι ο Olmsted δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στα δημόσια πεζοδρόμια, τη δημόσια κεντρική θέρμανση για κάθε σπίτι και τις δημόσιες κουζίνες είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό. Αυτός και άλλοι ιδεαλιστές έβλεπαν την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, κατά την οποία δημιουργήθηκαν ο δημόσιος χώρος και οι αστικές υποδομές, ως μια εποχή κατά την οποία η αγροτική απομόνωση θα έδινε τη θέση της σε μια ζωή σε μεγάλες ανθρώπινες κοινότητες. Η ταχεία αστική ανάπτυξη και οι αναπάντεχες τεχνολογικές ανακαλύψεις ενθάρρυναν την πίστη τους στην κοινωνική αλληλεξάρτηση που αντιπροσώπευαν οι νέοι τρόποι στέγασης και στην οικονομική αλληλεξάρτηση που αντιπροσώπευαν οι νέες αστικές υποδομές. Η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ανομία, οι απεργίες και η βία που ήταν τυπικά στοιχεία των βιομηχανικών πόλεων δεν πτοούσανε αυτούς τους οπτιμιστές. Επίσης, παραβλέπανε την τάση των δημοτικών υποδομών να ενισχύουν τις υπάρχουσες οικονομικές ανισότητες.[15] Ο Olmsted πίστευε ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα προσέφερε τη μετάβαση από την «βαρβαρότητα» στον κοινοτικό σοσιαλισμό. Παρόλο που υιοθέτησε αυτήν την πεποίθηση ως μαθητής του ουτοπικού σοσιαλιστή Fourier, κατά τις δεκαετίες του 1880 και 1890 πολλοί άλλοι σοσιαλιστές και φεμινίστριες, όπως ο Edward Bellamy, ο August Bebel, η Charlotte Perkins Gilman, ο Karl Marx και ο Friedrich Engels χρησιμοποιώντας εναλλακτικές θεωρίες και κατέληξαν σε παρόμοια συμπεράσματα.[16] Όλοι αυτοί οι θεωρητικοί έβλεπαν τον βιομηχανικό καπιταλισμό ως ένα οικονομικό σύστημα που θα έδινε τη θέση του σε μια πλήρως βιομηχανοποιημένη σοσιαλιστική κοινωνία, αξιοποιώντας τη συλλογική τεχνολογία για τη μελλοντική κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας και της φροντίδας των παιδιών.

Σημειώσεις

[1] Χρησιμοποιώ τον ορισμό της Linda Gordon για τη φεμινίστρια ως «εκείνη που προσπαθεί να αυξήσει τη δύναμη και την αυτονομία των γυναικών μέσα στην οικογένεια, την κοινωνία». Όπως σημειώνει, the nineteenth-century terms, “the woman movement,” and «advancing» the position of woman, are more exact, but have no convenient adjectives attached. Woman’s Body, Woman’s Right: A Social History of Birth Control in America (Harmondsworth, England: Penguin Books, 1977), xiv.

[2] Μια «μεγάλη οικιακή επανάσταση», Stephen Pearl Andrews, The Baby World, 1855, επανεκδόθηκε στο Woodhull and Claflin’s Weekly, 3 (June 8, 1871), 10, and 3 (October 28, 1871), 12. Άλλες φράσεις που ήταν επίσης δημοφιλείς: “grand cooking establishments, ”Caroline Howard Gilman (writing under the pseudonym Clarissa Packard), Recollections of a Housekeeper (New York: Harper, 1834);“eating houses,” Jan e Sophia Appleton, “Sequel to the Vision of Bangor,” in Jan e Sophia Appleton and Cornelia Crosby Barrett, eds.. Voices from the Kenduskeag (Bangor, Maine: D. Bugbee, 1848); “cooperative housekeeping,” Melusina Fay Peirce. «Cooperative Housekeeping I,”Atlantic Monthly, 22 (November 1868), 513-524;“ socialization of primitive domestic industries, «Feminist Alliance, as reported in “ Feminists Debate Plans for a House,» New York Times, April 22, 1914; “ the big socialized kitchen,” Anita C. Block, «Woman’s Sphere,» editorial, New York Call, July 20. 1913. 15; “coordination of women’s interests,” Ethel Puffer Howes, 1925 (name of research institute at Smith College).

[3] The general term to socialite domestic work will be used throughout the book to describe various proposals with one underlying aim: to make private domestic work social labor. In the popular usage of American psychology, individuals are often said to be ’’socialized” or made to conform to societal expectations and norms, but I will use “ socialize» in its original sense, to refer to the process of reorganizing work to suit the common needs of a social group. Socialized labor does not imply socialism; whether it is a capitalist or socialist enterprise depends on the economic relationship of capital and labor. None of these reformers was interested in communal housekeeping, a term I reserve to describe rural and urban experimental communities where four or more members, unrelated by blood, lived as one large family. They sought instead to retain the family, and to preserve private family living quarters, while at the same time reorganizing the economic and environmental basis of “woman’s” work to make it social rather than personal labor.

[4] “Social feminists” is a term developed by O’Neill, Everyone Was Brave, p. x: “ I have found it useful to distinguish between those who were chiefly interested in women’s rights (whom I call hard core or extreme feminists), and the social feminists who, while believing in women’s rights, generally subordinated them to broad social reforms they thought more urgent.” These terms imply that suffragists were extremists, a false position O ’Neill then exploits to argue that feminists had no clear ideology. J. Stanley Lemons in The Woman Citizen: Social Feminism in the 1920s (Urbana: University of Illinois Press, 1973), carries on this term but writes from a more objective position, and does not, for example, indulge in O ’Neill’s obnoxious habit of deciding whether feminists were “ normal” or not (p. 142). The term “ domestic feminism” was introduced by Daniel Scott Smith in “ Family Limitation, Sexual Control, and Domestic Feminism in Victorian America,” Clio’s Consciousness Raised: New Perspectives on the History of Women, ed. Mary Hartman and Lois W. Banner (New York: Harper Colophon Books, 1974), 119-136. Smith pointed to very real gains made by women within the family, especially “sexual control of the husband by the wife” (p. 123) arguing, “ ... domestic feminism viewed woman as a person in the context of relationships with others. By defining the family as a community, this ideology allowed women to engage in something of a critique of male, materialistic, market society and simultaneously proceed to seize power within the family” (p. 132). This “domestic feminism” he sharply distinguished from the “public feminism” of Stanton and Gilman (p. 131). Stanton, however, was a leading advocate of “voluntary motherhood” and Gilman of socialized domestic work.

[5] Αναφέρει η Frances Willard στο βιβλίο της Sheila Rothman, Woman’s Proper Place: A History of Changing Ideals and Practices, 1870 to the Present (New York: Basic Books, 1978), 67

[6] Ida Husted Harper, The Life and Work of Susan B. Anthony, 2 vols. (Indianapolis: Bowen Merrill, 1899), I, 134

[7] Aileen S. Kraditor, Up from the Pedestal, Selected Writings in the History of American Feminism (Chicago: Quadrangle, 1968), 8

[8] Aileen S. Kraditor, The Ideas of the Woman Suffrage Movement, 1890-1920 (1965; Garden City, New York: Doubleday-Anchor, 1971), 5

[9] Degler, “ Introduction” xix, Kraditor, Ideas, 99

[10] For a discussion of Myrdal’s work with Sven Markelius, see Sven Markelius, “Kollektivhuset som bostadsform,” Form Svenska Slojdforeningens Tidskrijl Areang 31 (1935), 101-128; Lily Braun debated these issues with Clara Zetkin in the Social Democratic party in Germany and was criticized for her heretical thinking about the “one kitchen house,” discussed in her Frauenarbeit und Hauswirtschajl, Berlin, 1901. Engels’s position appears in The Origin of the Family, Private Property, and the Stale (1884; Moscow: Progress Publishers, 1977), 74; Lenin’s in The Emancipation of Women (New York: International Publishers, 1975), 69. For a critical review of some past and current debates on women’s work, see Ellen Malos, “Housework and the Politics of Women’s Liberation,” Socialist Review 37 (January-February 1978). 41-71, and M. J an e Slaughter, “Socialism and Feminism,” Marxist Perspectives, 1 (Fall 1979). Also useful is the section entitled “Just a Housewife” in Gerda Lemer, The Female Experience: An American Documentary (Indianapolis: Bobbs-Merrill Co., 1977), 108-147

[11] Friedrich Engels, The Origin of the Family, Private Property, and the State (1884; Moscow: Progress Publishers, 1977), 74

[12] C. B. Purdom, The Garden City (London: J . M. Dent, 1913), 98

[13] Sam Bass Warner, Jr., The Urban Wilderness: A History of the American City (New York: Harper and Row, 1972); The Private City: Philadelphia in Three Periods of Its Growth (Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 1968); Streetcar Suburbs: The Process of Growth in Boston, 1870-1900 (New York: Atheneum, 1971). David M. Gordon, “Capitalist Development and the History of American Cities,” in William K. Tabb and Larry Sawyers, eds., Marxism and the Metropolis: New Perspectives in Urban Political Economy (New York: Oxford University Press, 1978), 25-63

[14] Frederick Law Olmsted, Public Parks and the Enlargement of Towns, λόγος που εκφωνήθηκε στο American Social Science Association (Cambridge, Mass., Riverside Press, 1870), 7-9

[15] Susan T. Kleinberg, “Technology and Women’s Work: The Lives of Working Class Women in Pittsburgh, 1870-1900,” Labor History, 17 (Winter 1976), 58-72

[16] August Bebel, author of Woman Under Socialism, tr. Daniel De Leon (1883; New York: Schocken, 1971), was, with Engels, the most popular of the theorists in Europe.

Πηγή: http://kompreser.espivblogs.net/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ