Menu
18 / 11 / 2019 - 11:08 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

hayden 13

Οικιακή Εξέλιξη

Η μεταμόρφωση της τεχνολογίας μεταφορών και της αστικής ζωής στη βιομηχανική πόλη ενθάρρυνε τις υλίστριες φεμινίστριες να συνεισφέρουν την οικονομική και χωρική ανάλυσή τους για την οικιακή εργασία σε συζητήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό γειτονιών και κατοικιών.

Ο βιομηχανικός καπιταλισμός είχε αρχίσει να αλλάζει την οικονομική βάση της οικιακής εργασίας, ενώ η αστικοποίηση είχε αρχίσει να αλλάζει τη χωρική της βάση. Επομένως, κάποιες υλίστριες φεμινίστριες υποστήριζαν ότι ο ρόλος της νοικοκυράς και ο σχεδιασμός του οικιακού χώρου εργασίας έπρεπε να εξελιχθούν προς μια πιο συλλογική κατεύθυνση. Όπως είχε παρατηρήσει ο Olmsted όταν περιέγραφε την εξέλιξη της αμερικανικής πόλης, οι υποδομές όπως οι αγωγοί ύδρευσης, οι τηλεγραφικές γραμμές και οι αγωγοί καυσίμων συμβάλανε στη μεγαλύτερη εξάρτηση των νοικοκυριών από τις δημοτικές και εμπορικές υπηρεσίες. Οι υλίστριες φεμινίστριες κατέληξαν ότι οι γυναίκες, και όχι οι άντρες, έπρεπε να ελέγχουν αυτές τις νέες υπηρεσίες και να τις χρησιμοποιούν ως βάση για την οικονομική τους δύναμη. Από μια σύγχρονη οπτική, η οικιακή εργασία παρουσιάζεται ως μια παράδοξη δραστηριότητα της οποίας η μορφή έχει παραμείνει πάνω-κάτω ίδια κατά τον τελευταίο [20ό] αιώνα –η απλήρωτη νοικοκυρά μόνη της στο σπίτι που λειτουργεί ως οικιακός χώρος εργασίας της– ενώ το περιεχόμενό της έχει εξελιχθεί. Κατά την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, ωστόσο, οι υλίστριες φεμινίστριες πίστευαν ότι τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο της οικιακής εργασίας θα υφίσταντο δραστική αλλαγή. Πίστευαν ότι η οικιακή εξέλιξη θα κινούνταν παράλληλα με την αστική εξέλιξη και όχι αντίθετα με αυτή.

Κατά την προβιομηχανική εποχή, οι περισσότερες γυναίκες δούλευαν δίπλα στους συζύγους και τα παιδιά τους σε καλλιέργειες αυτοκατανάλωσης, κάνοντας τη σκληρή δουλειά που απαιτούνταν για την επιβίωση της οικογένειας –γνέθοντας μαλλί και λινάρι και φτιάχνοντας ρούχα, αλέθοντας σιτηρά και φτιάχνοντας αλεύρι για να κάνουνε ψωμί, μαγειρεύοντας με σιδερένιες κατσαρόλες πάνω από ανοικτές φωτιές, φτιάχνοντας σαπούνι και κεριά, φροντίζοντας τους κήπους, εκτρέφοντας ζώα. Αυτός ο κύκλος εργασιών συνεισέφερε στη σίτιση, στην ένδυση και στη στέγαση των οικογενειών τους και ενδεχομένως παρήγαγε και κάποιο πλεόνασμα που μπορούσε να ανταλλαχθεί με τους γείτονες. Με την έναρξη της εκβιομηχάνισης στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι γυναίκες άρχισαν να εμπλέκονται στις εθνικές οικονομίες, τόσο ως καταναλώτριες βιομηχανικών προϊόντων όσο και ως αμειβόμενες εργάτριες σε εργοστάσια, καταστήματα και γραφεία. Οι αγρότισσες άρχισαν να αγοράζουν υφάσματα, σαπούνι, κεριά και μετά φαγητά σε κονσέρβα. Οι γυναίκες, παντρεμένες και ανύπαντρες, άρχισαν να αμείβονται για την εργασία τους σε εργοστάσια υφαντουργίας, εμπορικά πλυντήρια και μαγαζιά, αλλά και για την παραδοσιακή γυναικεία εργασία τους στις οικιακές υπηρεσίες. Επειδή ο οικιακός χώρος αποτελούσε τόσο οικονομικό και κοινωνικό προϊόν όσο και ο δημόσιος αστικός χώρος, το αγροτόσπιτο, με τους άπλετους χώρους αποθήκευσης και εργασίας, έδωσε τη θέση του σε αστικά και προαστιακά σπίτια με λιγότερο χώρο και περισσότερες «γωνιές» αφιερωμένες στην κατανάλωση και έκθεση βιομηχανικά παραγόμενων αγαθών.

hayden 14

Αυτές οι αλλαγές στη γυναικεία εργασία και στον οικιακό χώρο ήταν αργές επειδή η τεχνολογική καινοτομία πάντα προπορευόταν της διάχυσής της. Οι ιστορικοί της τεχνολογίας, όπως ο Siegfried Giedion, συχνά απέφευγαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της μέτρησης της διάχυσης. Ωστόσο, η Ruth Schwartz Cowan, η Susan Kleinberg και η Susan May Strasser μελέτησαν την οικιακή τεχνολογία και έδειξαν ότι οι περισσότερες οικογένειες της εργατικής τάξης και πολλές οικογένειες της μεσαίας τάξης είχαν έλλειψη πολλών συσκευών εξοικονόμησης εργασίας πολύ αργότερα αφότου οι κατασκευαστές τους ανάγγειλαν ότι αυτές απελευθέρωναν τις νοικοκυρές.[17] Παρόλο που η διάχυση των νέων εφευρέσεων ήταν αργή, η εκβιομηχάνιση μπορεί να θεωρηθεί πως είχε δύο βασικές επιπτώσεις στις περισσότερες νοικοκυρές του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Τα βιομηχανικά παραγόμενα αγαθά έβγαλαν μέρος της οικιακής εργασίας από το σπίτι. Οι νοικοκυρές ακόμα επιβαρύνονταν με το μαγείρεμα, το καθάρισμα, το ράψιμο, το πλύσιμο ρούχων και τη φροντίδα των παιδιών αλλά άρχισαν τότε να αντιλαμβάνονται την έλλειψη χρημάτων σε μια οικονομία που όλο και περισσότερο βασιζότανε στα χρήματα παρά στην ανταλλαγή. Η εκβιομηχάνιση προσέφερε επίσης όλο και περισσότερες αμειβόμενες θέσεις εργασίας για τις γυναίκες στα εργοστάσια, αφήνοντας τις νοικοκυρές χωρίς οικιακές βοηθούς, ειδικά στις αγροτικές περιοχές αλλά και στις πόλεις. Οι παντρεμένες γυναίκες σπάνια αναλάμβαναν αμειβόμενη εργασία –λιγότερες από 5% εργάζονταν εκτός σπιτιού το 1890. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας σήμαινε ότι ενώ η υπόλοιπη κοινωνία φαινόταν να προχωρά μπροστά, προς την κοινωνικοποίηση της εργασίας, η νοικοκυρά, περιορισμένη στη γυναικεία σφαίρα, σιγά-σιγά απομονώθηκε ακόμα περισσότερο από τον σύζυγό της που εργαζόταν μακριά από το σπίτι, από τα παιδιά της που βρίσκονταν στο σχολείο όλη μέρα και από τα αγροτικά κοινωνικά δίκτυα συγγένειας και γειτονιάς που διαταράχθηκαν από τη μετανάστευση προς τα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα.

Η Nancy Cott έχει αναλύσει τη σημασία της γυναικείας σφαίρας για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αναπτυσσόμενης βιομηχανικής, αστικοποιημένης, καπιταλιστικής κοινωνίας που διατείνεται πως είναι δημοκρατία: «Με την απόδοση της ίδιας φυσικής εργασίας σε όλες τις γυναίκες, ο κανόνας της οικιακής ζωής τις τοποθέτησε όλες μαζί στην ίδια τάξη. Αυτός ο ορισμός είχε διττή λειτουργία στην εθνική κουλτούρα. Η κατανόηση της ρήξης μεταξύ οικίας και κόσμου με όρους φύλου δεν επηρέασε μόνο με το συμβιβασμό στη μεταβαλλόμενη διάρθρωση της εργασίας. Ο διαχωρισμός της γυναικείας σφαίρας από την αντρική παρείχε μια ασφαλή βασική κοινωνική κατηγοριοποίηση για έναν πληθυσμό που ως επί το πλείστο αρνιότανε να παραδεχτεί τις κοινωνικές θέσεις που του αποδίδονταν, αλλά αποζητούσε να ορίσει την κοινωνική τάξη [...] Το φύλο, και όχι η τάξη, ήταν η βασική κατηγορία. Σε αυτή τη βάση μπορούσε να διατηρηθεί μια ταξινόμηση συνεπής με τη δημοκρατική κουλτούρα».[18] Η ιδιωτική οικία ήταν το χωρικό όριο της γυναικείας σφαίρας και η απλήρωτη οικιακή εργασία που αναλάμβανε σε αυτόν τον χώρο η απομονωμένη νοικοκυρά ήταν το οικονομικό όριο της γυναικείας σφαίρας. Εκφράσεις όπως «η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι» και «η δουλειά της γυναίκας δεν τελειώνει ποτέ» ήταν οι συνηθισμένοι βασικοί ορισμοί της γυναικείας σφαίρας. Πάνω απ’ όλα, η γυναικεία σφαίρα έπρεπε να είναι απομακρυσμένη από την οικονομία των χρημάτων: «Οι άντρες μας, βγάζουν επαρκή λεφτά. Ας κρατήσουμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας μακριά από τη μόλυνση όσο είναι δυνατό», έγραφε η Sarah Josepha Hale το 1832.[19] Η δήλωση «η γυναίκα μου δεν δουλεύει» έγινε ο κομπασμός των αντρών που αντανακλούσε τον διαχωρισμό των γυναικών από την οικονομία της αγοράς και την επακόλουθη απόκρυψη της εργασίας τους από την κοινή θέα.

hayden 15

Sarah Josepha Hale

Το εξώφυλλο ενός εγχειριδίου συμβουλών για το νοικοκυριό από τη δεκαετία του 1840 απεικονίζει την υλική κουλτούρα της γυναικείας σφαίρας: η νοικοκυρά παρουσιάζεται να επιτελεί επτά διαφορετικές εργασίες, πάντα σε απομόνωση με εξαίρεση την κεντρική εικόνα όπου διαβάζει στα παιδιά της. Ένα εγχειρίδιο για το νοικοκυριό από τη δεκαετία του 1850 πλησιάζει περισσότερο σε μια πραγματική εικόνα, απεικονίζοντας την ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών εργασιών από τη νοικοκυρά: η γυναίκα μαγειρεύει, στεγνώνει τα ρούχα δίπλα στη φωτιά και προσπαθεί να διασκεδάσει τα παιδιά της, συμπεριλαμβανομένου και ενός που της τραβάει τη φούστα. Αυτή παραμένει μια ειδυλλιακή εικόνα. Κανένα εγχειρίδιο συμβουλών δεν απεικόνισε τις βαρύτερες ή πιο δυσάρεστες δουλειές του σπιτιού: το τράβηγμα νερού από το πηγάδι, το κουβάλημά του στο σπίτι, το κόψιμο των ξύλων για τη φωτιά, το λιώσιμο πάνω από τον σιδερένιο φούρνο, το πάλεμα με τα βαριά κομμάτια πάγου, το στράγγισμα του καταψύκτη ή το άδειασμα των αποπλυμάτων. Ούτε και απεικόνιζαν τα εγχειρίδια την ανιαρή και μονότονη αλληλουχία εργασιών που συμπεριλαμβάνονταν σε μια δουλειά όπως το πλύσιμο των ρούχων, για την οποία έπρεπε να ζεσταθεί νερό σε εστία, να κουβαληθεί και να χυθεί σε κινητές λεκάνες. Στη συνέχεια τα ρούχα μουλιάζονταν, τρίβονταν και ξεπλένονταν σε λεκάνες, στύβονταν με το χέρι, απλώνονταν για να στεγνώσουν, σιδερώνονταν επίπονα με χονδροειδή σίδερα που ζεσταίνονταν στη φωτιά, διπλώνονταν και τακτοποιούνταν, μόχθος που έδωσε το όνομά της στην Μπλε Δευτέρα (Blue Monday).[20]

Παρόλο που οι νοικοκυρές στις ανατολικές πόλεις ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τις αδερφές τους στο τελευταίο σύνορο στη δύση μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ακόμα και οι νοικοκυρές των πόλεων φαίνονταν στις υλίστριες φεμινίστριες σαν παράξενα υπολείμματα από μια προηγούμενη, προβιομηχανική εποχή, ως εργάτριες που ασχολούνταν με τρεις ή πέντε ή επτά δουλειές στο σπίτι και χρειάζονταν απεγνωσμένα να επωφεληθούν από τη βιομηχανική τεχνολογία, την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας. Το 1868 η Melusina Fay Peirce χαρακτήρισε τη νοικοκυρά πολυτεχνίτρα και η Voltairine de Cleyre, η Αμερικανίδα αναρχική θεωρητικός, όρισε μπροστά σε κοινό το 1898 το σπίτι ως «ένα πακέτο που περιλαμβάνει σε μικροσκοπική κλίμακα ένα καθαριστήριο, ένα μαγειρείο, ένα πανδοχείο και έναν παιδικό σταθμό». Αγανακτισμένη, η Helen Campbell απόρησε τη δεκαετία του 1890 «γιατί, παρά την ομαλή και ορμητική ροή προόδου, οι ρόδες του νοικοκυριού κάνουν τόσο θόρυβο και γυρνάνε τόσο δύσκολα. Μοιάζει λες και φέρανε μια πανάρχαια βοϊδάμαξα για να συνδεθεί με τον σιδηρόδρομο ή λες και το ρεύμα των σύγχρονων διηπειρωτικών μεταφορών άφησε τα τρένα του να διασχίσουν κάποιο ποτάμι στο δρόμο τους».[21] Η Charlotte Perkins Gilman έκρινε την οικιακή οπισθοδρομικότητα ακόμα πιο αυστηρά το 1903: «Με ποια τέχνη, ποιο ξόρκι, ποιο θαύμα έχει κρατήσει ο εικοστός αιώνας ζωντανή αυτήν την προϊστορική γριά!»[22]

hayden 16

Charlotte Perkins Gilman

Οι υλίστριες φεμινίστριες πίστευαν ότι η μοναχική νοικοκυρά που σιδερώνει ή ζυμώνει δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ομάδες εργαζομένων που ξεκίνησαν να δουλεύουν τη δεκαετία του 1870 στα καλά εξοπλισμένα εμπορικά πλυντήρια ή τις κουζίνες ξενοδοχείων. Ούτε και το απομονωμένο σπίτι μπορούσε να ανταγωνιστεί τα τεχνολογικά και αρχιτεκτονικά πλεονεκτήματα που προσέφεραν τα μεγάλα συγκροτήματα κατοικιών που εμφανίστηκαν την ίδια περίπου περίοδο. Από τη στιγμή που πολλές εικονογραφημένες εφημερίδες και περιοδικά παρουσίαζαν άρθρα για την τεχνολογία των μεταφορών, την αρχιτεκτονική και την οικιακή τεχνολογία, οι υλίστριες φεμινίστριες έβλεπαν αυτά τα δημοσιεύματα ως αποδεικτικά τόσο της αστικής όσο και της οικιακής εξέλιξης. Οι δημοσιογράφοι υποδέχτηκαν το ατμοκίνητο υπόγειο τρένο στη Νέα Υόρκη του 1870, θαύμασαν την εμφάνιση των ηλεκτρικών φωτιστικών δρόμου και του οικιακού φωτισμού εσωτερικού χώρου στη Νέα Υόρκη του 1879, δεν χόρταιναν να γράφουν για το πρώτο ηλεκτρικό λεωφορείο στο Richmond του 1888 ή το πρώτο μετρό στη Βοστώνη του 1897. Αυτή η τεχνολογία στις μεταφορές ενθάρρυνε τη σπέκουλα γης μέσω της κατασκευής πολυώροφων κτιρίων κατοικίας κοντά σε στάσεις μετρό και λεωφορείων. Τα πολυώροφα κτίρια κατοικιών ελαχιστοποίησαν και τις ακριβές γραμμές αερίου, νερού και ηλεκτρικού. Η οικιακή τεχνολογία ενίσχυσε τις οικιστικές πυκνότητες. Οι διάφορες συσκευές, όπως τα ασανσέρ, οι βελτιωμένες εστίες γκαζιού, τα ψυγεία γκαζιού, οι ηλεκτρικές σκούπες, τα μηχανικά πλυντήρια πιάτων και τα πλυντήρια ατμού, που είχαν σχεδιαστεί για χρήση σε μεγάλες επιχειρήσεις, όπως τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα εμπορικά πλυντήρια, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και στις μεγάλες πολυκατοικίες.

Επειδή αυτή η τεχνολογία αναπτύχθηκε αρχικά σε κλίμακα κατάλληλη για 50 με 500 άτομα, κάθε ομάδα που ενδιαφερόταν να μηχανοποιήσει την οικιακή εργασία έπρεπε απλώς να την κοινωνικοποιήσει πρώτα και να προγραμματίσει για τη συλλογική οικιακή κατανάλωση μέσω της οργάνωσης των νοικοκυριών σε μεγαλύτερες ομάδες που θα διέμεναν σε πολυκατοικίες, σε πρότυπα διαμερίσματα, σε συνδεδεμένες μεζονέτες, σε πρότυπα προάστια ή στις νέες κωμοπόλεις. Αυτό που ήταν ξεχωριστό με τις υλίστριες φεμινίστριες δεν ήταν το ενδιαφέρον τους για αυτά τα τεχνολογικά και αρχιτεκτονικά ζητήματα, τα οποία απασχολούσαν και τους εφευρέτες, τους αρχιτέκτονες, τους πολεοδόμους και τους κερδοσκόπους, αλλά η επιμονή τους ότι αυτές οι οικονομικές και χωρικές αλλαγές έπρεπε να συντελούνται υπό γυναικείο έλεγχο.

Οι δηλώσεις των υλιστριών φεμινιστριών σχετικά με το γυναικείο έλεγχο της κοινωνικοποίησης της οικιακής εργασίας και της φροντίδας των παιδιών αποτέλεσαν οικονομική, αρχιτεκτονική και κοινωνική επίθεση κατά των παραδοσιακών αντιλήψεων για τη γυναικεία σφαίρα. Πρώτα έγιναν αιτήματα για την πληρωμή των νοικοκυρών, όπως αυτό που άρθρωσε η Melusina Fay Peirce: «Ένα από τα λατρεμένα δόγματα της σύγχρονης κυρίας είναι ότι δεν πρέπει να κάνει τίποτα έναντι αμοιβής και αυτή η άθλια προκατάληψη μιας ανόητης κοινοτυπίας είναι αυτή τη στιγμή το χειρότερο εμπόδιο στο δρόμο του γυναικείου ταλέντου και της γυναικείας ενέργειας. Ας το γκρεμίσουν για πάντα οι συνεργατικές νοικοκυρές, δηλώνοντας ότι είναι εξίσου απαραίτητο και εξίσου αξιοσέβαστο για μια γυναίκα να κερδίζει χρήματα όσο και για τον άντρα της...»[23] Τα αιτήματα για εργατικά προνόμια και για περιορισμό του ωραρίου πάντα συνόδευαν αιτήματα για μισθό που υπογράμμιζαν τη θέση της νοικοκυράς ως εκμεταλλευόμενης εργάτριας. Για παράδειγμα, η Marie Brown σε ένα άρθρο της στην εφημερίδα The Revolution παραπονέθηκε ότι οι άντρες μπορούσαν να ξεκουραστούν στο τέλος της μέρας ενώ οι δουλειά των νοικοκυρών ήταν ασταμάτητη.[24]

hayden 17

Οι προτάσεις των υλιστριών φεμινιστριών απαιτούσαν, επιπλέον, τη μεταμόρφωση του ιδιωτικού χώρου οικιακής εργασίας, της κουζίνας, σύμφωνα με τις θεωρίες της οικιακής εξέλιξης: «Θα πρέπει να καταργηθεί η ιδιωτική κουζίνα; Ακούγεται επαναστατικό, όπως ακριβώς ακούγονταν επαναστατικές, μια φορά κι έναν καιρό, προτάσεις σαν κι αυτές: Θα πρέπει να καταργηθούν τα ιδιωτικά πηγάδια; Θα πρέπει να καταργηθούν οι ιδιωτικές λάμπες κηροζίνης; Θα πρέπει να καταργηθεί το κλώσιμο στο σπίτι, το πλέξιμο στο σπίτι, το ράψιμο πουκαμίσων στο σπίτι, η παραγωγή σαπουνιού στο σπίτι;» Η Zona Gale κατέληγε ότι «η ιδιωτική κουζίνα πρέπει να ακολουθήσει την κατάληξη του αργαλειού, του οποίου είναι σύγχρονη». Στο ίδιο πνεύμα, η Ada May Krecker είχε γράψει στην αναρχική εφημερίδα Mother Earth (Μάνα Γη) της Emma Goldman για την εδραίωση της κατοικίας σε μεγάλη κλίμακα: «Οι ίδιες δυνάμεις που έκτισαν εταιρικές συγχωνεύσεις προκειμένου να παραγκωνίσουν με ανυπολόγιστη ανωτερότητα τις μυριάδες μηδαμινές επιχειρήσεις, τις οποίες παραγκώνισαν, θα κτίσουν τους μεγάλους τόπους κατοικίας και τις παιδικές χαρές και τους παιδικούς σταθμούς για τα αυριανά παιδιά και θα τα κάνουν ανυπολόγιστα πιο ταιριαστά με τα κοινωνικοποιημένα ιδανικά μας για το αύριο απ’ ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να είναι τα μικρά ιδιωτικά σπίτια του σήμερα».[25]

Η αναδιάρθρωση της αμερικάνικης οικιακής ζωής απαιτούσε κάτι παραπάνω από ρητορεία. Η αμοιβή για την οικιακή εργασία και η δόμηση νέων ειδών οικιακών χώρων εργασίας ήταν αιτήματα που μπορούσαν να προσαρμοστούν σε πολλούς τύπους οικονομικής οργάνωσης. Ως οργανωτικές μορφές, ο συνεταιρισμός παραγωγών ήταν ελκυστικός για τις νοικοκυρές, ενώ ο συνεταιρισμός καταναλωτών ήταν ελκυστικός για τις εργαζόμενες γυναίκες και για τις πολιτικές ακτιβίστριες. Οι βιομηχανικές εργάτριες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις δυνατότητες σύνδεσης των υπηρεσιών με τις βιομηχανικές επιχειρήσεις σαν εργατικά προνόμια, ενώ οι γυναίκες που ήταν ενεργές σε κινήματα αστικής αναμόρφωσης συχνά έψαχναν για τρόπους εισαγωγής νέων δημοτικών ή εθνικών υπηρεσιών. Οι γυναίκες επιχειρηματίες επέλεγαν τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ οι οικιακές οικονομολόγοι[26] τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις. Καθεμιά από αυτές τις τακτικές είχε νόημα για ένα σώμα γυναικών που επιθυμούσε να περάσει μια συγκεκριμένη πολιτική άποψη: οι νοικοκυρές είναι εργάτριες, οι εργαζόμενες γυναίκες είναι και νοικοκυρές, η παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αναπαραγωγή, το κράτος πρέπει να βοηθάει στη δημιουργία καλών μελλοντικών πολιτών μέσω των υπηρεσιών για τις μητέρες και τα παιδιά τους. Οι δεινότερες στη στρατηγική έπρεπε επίσης να υιοθετήσουν μια ξεκάθαρη στάση ως προς τη μετατόπιση του οικιακού χώρου εργασίας. Θα έπρεπε να είναι στο οικιστικό συγκρότημα (είτε ήταν μία μεμονωμένη πολυκατοικία είτε ένα προαστιακό τετράγωνο), στη γειτονιά, στο εργοστάσιο, στην πόλη ή στη χώρα; Διαδοχικές γενιές υλιστριών φεμινιστριών ανέπτυξαν πειράματα και προτάσεις που στόχευαν στο ευρύ φάσμα δυνατοτήτων που υποδηλώνονταν τόσο από την οικονομική δομή όσο και από τη χωρική θέση.

hayden 18

Κατά τη διαδικασία των πειραμάτων τους, οι υλίστριες φεμινίστριες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν πολλά ζητήματα τάξης και φυλής καθώς και φύλου. Ενώ το φύλο καθόριζε την εργασία της γυναίκας, η οικονομική τάξη και η φυλή επηρέαζαν την εμπειρία της οικιακής σφαίρας των γυναικών. Η νοικοκυρά-εργοδότρια που προσλάμβανε οικιακές βοηθούς διέφερε από τη νοικοκυρά που έκανε μόνη της όλες τις δουλειές της και από τη γυναίκα που εκτελούσε οικιακή εργασία επί πληρωμή. Στις αμειβόμενες εργάτριες περιλαμβάνονταν μαγείρισσες, υπηρέτριες και πλύστρες, οι πλειονότητα των οποίων έμενε στα σπίτια άλλων γυναικών. Οι νοικοκυρές-επιχειρηματίες που δέχονταν φιλοξενούμενους, έραβαν ή έπλεναν ρούχα, επίσης έβγαζαν χρήματα. Η σχετική σημασία καθεμιάς από αυτές τις κατηγορίες (νοικοκυρά-εργοδότρια, νοικοκυρά, νοικοκυρά-επιχειρηματίας, οικιακές εργάτριες και οικιακές εργάτριες που διαμένουν στον χώρο εργασίας) μετατοπίστηκε προς τη νοικοκυρά που έκανε η ίδια τις δουλειές της κατά την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, καθώς λιγότερες γυναίκες ακολουθούσαν τον δρόμο των οικιακών υπηρεσιών και περισσότερες επέλεγαν τη βιομηχανική εργασία. Ο David Katzman, του οποίου το βιβλίο Επτά Μέρες την Εβδομάδα (Seven Days a Week) δίνει μια ευρεία εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν στις οικιακές υπηρεσίες μεταξύ του 1870 και του 1930, τονίζει τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες-εργοδότριες καταπίεζαν τις υπηρέτριες που εργάζονταν και διέμεναν στα σπίτια τους, οι οποίες ήταν παρούσες σε ένα στα δέκα νοικοκυριά του 1900.[27]

Ο ευρύτερος αγώνας για οικονομική αναγνώριση της οικιακής εργασίας συμπεριλάμβανε την πλειονότητα των νοικοκυρών που έκαναν μόνες τους όλες τις δουλειές τους (επτά στις δέκα το 1900) και κάποιες γυναίκες-επιχειρηματίες που δέχονταν φιλοξενούμενους επί πληρωμή (δύο στις δέκα). Οι αγώνες τους ήταν συνδεδεμένοι με εκείνους των υπηρετριών. Οι υλίστριες φεμινίστριες αναμορφώτριες που επιλήφθηκαν του ζητήματος της αμοιβής για τις νοικοκυρές είχαν να ξεμπλέξουν ένα τρομερό κουβάρι από προκαταλήψεις που αφορούσαν στο λεγόμενο ζήτημα των υπηρετριών. Έβλεπαν τα προβλήματα πιο ξεκάθαρα με όρους έμφυλων διακρίσεων. Παρόλο που δεν ήταν πάντα επιτυχημένες, προσπάθησαν να διαχειριστούν και την τάξη και τη φυλή. Οι πρώιμες υλίστριες φεμινίστριες αναμορφώτριες υιοθέτησαν τη στάση ότι επειδή οι υπηρέτριες ήτανε δυσεύρετες, αναξιόπιστες, ανειδίκευτες και τεμπέλες, οι νοικοκυρές θα έπρεπε να ενωθούν για να κοινωνικοποιήσουν την οικιακή εργασία και να οργανώσουν τις ίδιες και ταυτόχρονα και τις πρώην υπηρέτριές τους. Καθώς αναπτυσσόταν το κίνημά τους, οι ηγέτιδές του έφτασαν σε μια πιο σύνθετη κατανόηση της εκμετάλλευσης που είχαν υποστεί οι υπηρέτριες και του ρατσισμού και του σεξισμού που απαγόρευαν στις νεαρές μαύρες γυναίκες να βρουν άλλες δουλειές.[28] Ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στην υπηρέτρια και στη φεμινίστρια αναμορφώτρια ήταν τόσο μεγάλο που συχνά οι αναμορφώτριες δεν αναγνώριζαν τον ρόλο που έπαιζαν η τάξη και η φυλή στις υποθέσεις τους σχετικά με τον τρόπο που θα γινόταν η κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας. Κάποιες από τις πιο αφοσιωμένες υποστηρίκτριες της κοινωνικοποιημένης οικιακής εργασίας δεν θα είχαν πρόβλημα να δώσουν στα άρθρα τους τίτλους όπως μια λύση ή μια απάντηση στο ζήτημα των υπηρετριών εάν πίστευαν ότι έτσι θα αυξανόταν το κοινό τους. Ωστόσο, τίτλοι σαν κι αυτούς αποσπούσαν την προσοχή από το πολύ βασικότερο μήνυμά τους σχετικά με την οικονομική ανεξαρτησία για όλες τις γυναίκες και μπέρδευαν το έργο τους με εκείνο των γυναικών της ανώτερης μεσαίας τάξης, των οποίων το μόνο μέλημα ήταν να διατηρήσουν τις οικιακές υπηρεσίες στα δικά τους σπίτια.

hayden 19

Η Υποχώρηση προς τα Προάστια

Ανάμεσα στο 1890 και στο 1920, και ενώ οι υλίστριες φεμινίστριες (και οι σουφραζέτες, οι σοσιαλιστές, οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι που συμφωνούσαν μαζί τους) σχεδίαζαν και υλοποιούσαν κατοικίες με εγκαταστάσεις για κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία, ένα αντιθετικό κίνημα άρχιζε να αποκτά ορμή. Ανάμεσα στο 1920 και το 1970, αυτό το κίνημα τελικά θα αντέστρεφε τις αστικές πυκνότητες και θα απέσυρε την έμφαση από την αρχιτεκτονική και τεχνολογική καινοτομία. Ήταν η ενίσχυση του κεφαλαίου, μέσα από συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιριών, που οδήγησε στον σχηματισμό μεγαλύτερων εταιρικών αυτοκρατοριών, τυπικών του όψιμου (μονοπωλιακού) καπιταλισμού. Αυτή η οικονομική μεταμόρφωση επηρέασε τόσο τον αστικό χώρο όσο και τον οικιακό μετά το 1920. Ο οικονομολόγος David Gordon έχει υποστηρίξει ότι καθώς αναδυότανε αυτό που ονομάζει επιχειρηματική πόλη[29] από τη βιομηχανική πόλη, η εταιρική διαχείριση διαχωρίστηκε από τη βιομηχανική παραγωγή. Σε κάποιες από τις πόλεις-κλειδιά εμφανίστηκαν περιοχές εγκατάστασης εταιρικών εδρών που στεγάζονταν σε ουρανοξύστες, δίπλα σε τράπεζες και διεθνή κέντρα εμπορίου. Ταυτόχρονα, η βιομηχανική παραγωγή μετατοπίστηκε σε διασκορπισμένες τοποθεσίες των προαστιακών περιοχών. Ο Gordon υποστηρίζει ότι η μετακίνηση των εργοστασίων συχνά υποκινούνταν από την επιθυμία να δοθεί τέλος στις εργατικές αναταραχές, καθώς κάποιες επιχειρήσεις πίστευαν ότι θα είχαν να αντιμετωπίσουν λιγότερες απεργίες εάν έπαιρναν τους εργάτες μακριά από τις περιοχές των αστικών πολυκατοικιών, όπου μπορούσε να μεταδοθεί η «μόλυνση» της ριζοσπαστικής συνδικαλιστικής δραστηριότητας.[30]

Αυτού του είδους οι μετακινήσεις περιλαμβάνανε μια νέα ανησυχία σχετικά με τη στέγαση των εργατών από τη μεριά των προηγουμένως αδιάφορων εργοδοτών. Ο Gordon, η Barbara Ehrenreich και η Deirdre English, και ο Stuart Ewen παρατήρησαν ότι, στα τέλη της δεκαετίας του 1910, οι επιχειρήσεις άρχισαν να υποστηρίζουν την ιδιοκτησία προαστιακής κατοικίας για τους ειδικευμένους, λευκούς, άντρες εργάτες ως τρόπο «ενθάρρυνσης ενός σταθερού και συντηρητικού πολιτικού ήθους».[31] Αυτή η τάση επαληθεύτηκε στο Εθνικό Συνέδριο για την Ανοικοδόμηση και Ιδιοκτησία Κατοικίας (National Conference on Home Building and Home Ownership) του προέδρου Herbert Hoover, το οποίο συγκλήθηκε το 1931 για να υποστηρίξει την ιδιοκτησία κατοικίας για άντρες «με άριστο χαρακτήρα και εργατικές συνήθειες» και για να παράσχει ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης από την Ύφεση. Οι εργολάβοι, οι τραπεζίτες και οι κατασκευαστές συμφώνησαν ότι ο τύπος κατοικίας που θέλανε να προωθήσουν ήταν η προαστιακή μονοκατοικία. Παρόλο που το εξωτερικό τους μπορεί να αντικατόπτριζε αλλαγή τεχνοτροπίας, η εσωτερική διαρρύθμιση των χώρων αντέγραφε τα Βικτωριανά σπίτια που παρουσιάζονταν στους Αμερικανούς για κοντά έναν αιώνα συνοδευόμενα από ηθικά μηνύματα αξιοπρέπειας, κατανάλωσης και γυναικείας οικιακής ζωής.[32]

hayden 20

Οι πολιτικές εκστρατείες για την αντρική ιδιοκτησία κατοικίας ανάμεσα στη δεκαετία του 1920 και στη δεκαετία του 1960 περιείχαν το πλάνο (στο οποίο συμφώνησαν τόσο οι εργοδότες όσο και πολλοί συνδικαλιστές) ότι οι άντρες θα αμείβονταν με οικογενειακό μισθό και ότι οι γυναίκες θα αποκλείονταν από το αμειβόμενο εργατικό δυναμικό και θα ήταν απλήρωτες νοικοκυρές και μητέρες πλήρους ωραρίου. Ο Stuart Ewen θεώρησε ότι αυτή η στρατηγική προωθούσε «τον πατριάρχη ως μισθωτό σκλάβο». Προκειμένου να αποσπάσουν πολλές γυναίκες από την αμειβόμενη εργασία στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, οι συντηρητικοί υποστηρικτές της ιδιοκτησίας κατοικίας και του οικογενειακού μισθού επιτέθηκαν αδιακρίτως σε όλες τις φεμινίστριες. Ήταν ιδιαίτερα σκληροί με τις υλίστριες φεμινίστριες, επιτιθέμενοι στον «ελεύθερο έρωτα», την «αφύσικη μητρότητα» και τη «φουτουριστική ανατροφή παιδιών», τα οποία θεωρούσαν επιπτώσεις της γυναικείας οικονομικής ανεξαρτησίας. Χρησιμοποιούσαν τη ρητορική του 1880 για να αποδοκιμάσουν τα «κοινωνικά κολαστήρια» που ήταν οι πολυκατοικίες και τα οικοτροφεία, όπου η οικογένεια, «ένας θεσμός του Θεού», θεωρητικά υποσκαπτόταν επειδή οι γυναίκες δεν εκτελούσαν μόνες τους τις δουλειές τους μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα.[33]

Η αναγωγή της ιδιοκτησίας προαστιακής κατοικίας σε εθνική πολιτική στέγασης στις Ηνωμένες Πολιτείες προσέφερε μια ιδέα που επικρατούσε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σε μια κοινωνία που είχε βγει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κρατικά επιδοτούμενες υποθήκες και οι φορολογικές εκπτώσεις για τους ιδιοκτήτες κατοικιών κατά τη μεταπολεμική περίοδο νίκησαν τις φεμινίστριες αλλά προσέφεραν και ένα μεγάλο δώρο στους κερδοσκόπους εργολάβους και στους κατασκευαστές συσκευών και αυτοκινήτων. Καθώς οι δουλειές που κατείχαν στη διάρκεια του πολέμου αφαιρούνταν από τις γυναίκες εργαζόμενες, αυτές μετατοπίστηκαν προς την προαστιακή συζυγική ζωή και ο ρυθμός γεννήσεων ανέβηκε μαζί με τη μαζική κατανάλωση. Οι εργολάβοι κατασκεύασαν εκατομμύρια μονοκατοικίες που δεν προϋπέθεταν προσεκτικό τοπογραφικό σχεδιασμό, πρόβλεψη για δημόσιο χώρο ή οποιαδήποτε αρχιτεκτονική σχεδιαστική συμβολή. Αυτά τα σπίτια ήταν άδεια κουτιά που στόχος ήταν να γεμίσουν με μαζικά παραγόμενα αγαθά.

Με αφετηρία τη δεκαετία του 1920, οι κατασκευαστές ηλεκτρικών συσκευών κατασκεύασαν μικρογραφίες της τεχνολογίας μεγάλης κλίμακας που είχε αναπτυχθεί νωρίτερα για τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια και χρησιμοποιούνταν από τις κοινωνίες συνεργατικών νοικοκυριών. Τη θέση της ήρθαν να πάρουν μικρά ψυγεία και καταψύκτες, μικρές ηλεκτρικές σκούπες, μικρά πλυντήρια πιάτων και ρούχων. Οι συσκευές εξοικονόμησης εργασίας που ήταν αρχιτεκτονικές, όπως οι ενσωματωμένοι χώροι με τους σωλήνες άλμης που χρησιμοποιούνταν για συντήρηση των τροφίμων ή τα ενσωματωμένα συστήματα αναρρόφησης σκόνης και απορριμμάτων που χρησιμοποιούνταν σε πολλές πολυκατοικίες, αντικαταστάθηκαν από αγαθά που μπορούσαν να αγοραστούν και να μπουν στην πρίζα. Σε αυτή τη διαδικασία στροφής προς την ιδιωτική κατοικία και μικρογραφίας της τεχνολογίας βρίσκονταν οι σπόροι μιας μελλοντικής ενεργειακής κρίσης, εφόσον κάποιοι κατασκευαστές συσκευών πουλούσαν εξοπλισμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σε δήμους, μια σχέση την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να αποκτήσουν επιπλέον κέρδη, συνδυάζοντάς τη με τον σχεδιασμό συσκευών μέγιστης ενεργειακής κατανάλωσης.[34] Η ιδιοκτησία προαστιακής κατοικίας αύξησε, επίσης, τη ζήτηση για ιδιωτικά αυτοκίνητα. Με αφετηρία τη δεκαετία του 1920, και συνεχίζοντας τις δεκαετίες του 1940 και 1950, η διαφήμιση μετατράπηκε σε σημαντικότατο αμερικάνικο τομέα οικονομικής δραστηριότητας, προωθώντας συσκευές, αυτοκίνητα και κάθε είδους προϊόν απαραίτητο για την εγκατάσταση στο προαστιακό «ονειρικό σπίτι».[35]

hayden 21

Τη δεκαετία του 1960, οι προαστιακοί δακτύλιοι των πόλεων στέγαζαν μεγαλύτερο ποσοστό του εθνικού αστικού πληθυσμού από τα παλιά κέντρα των πόλεων. Τη δεκαετία του 1970, υπήρχαν πλέον 50 εκατομμύρια μικρά σπίτια και πάνω από 100 εκατομμύρια αυτοκίνητα. Επτά στα δέκα νοικοκυριά διέμεναν σε μονοκατοικίες. Περισσότερα από τα τρία τέταρτα των μελών εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων (μέλη της AFLCIO – American Federation of Labor and Congress of Industrial Organizations) ήταν ιδιοκτήτες των σπιτιών τους με μεγάλες υποθήκες.[36] Οι εθνικές πολιτικές στήριξης της ιδιοκτησίας προαστιακής κατοικίας (και των καταναλωτικών πιστώσεων) για τους άντρες, σήμαιναν για τις γυναίκες πως η πρόσβαση στην κατοικία έπρεπε να γίνει μέσω των συζύγων τους. Η πρόσβαση των γυναικών στην έμμισθη εργασία περιορίστηκε, επίσης, λόγω της προαστιακής τους τοποθεσίας, επειδή για τις γυναίκες ήταν πολύ πιο απίθανο απ’ ό,τι για τους άντρες να έχουν δικό τους αυτοκίνητο και επειδή δυσκολεύονταν να βρουν λύσεις για τη φροντίδα των παιδιών τους στις προαστιακές περιοχές, όπου δεν υπήρχε πρόβλεψη για τέτοιου είδους κοινοτικές παροχές. Παρόλο που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι μισές παντρεμένες γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη έμμισθη εργασία, συνέχιζαν να έχουν μια δεύτερη δουλειά στο σπίτι. Όλες οι νοικοκυρές, ειδικά εκείνες που δεν είχαν εργασία εκτός σπιτιού, βίωναν αυτό που η Betty Friedan είχε ονομάσει «γυναικείο μυστήριο» (the feminine mystique) και ο Peter Filene μετονόμασε «οικιακό μυστήριο» (the domestic mystique)[37] επειδή το βίωναν και οι άντρες μολονότι με διαφορετικό τρόπο.

Η Friedan και ο Filene θεωρούσαν το γυναικείο μυστήριο περισσότερο κοινωνικό παρά χωρικό πρόβλημα, εντούτοις ο σχεδιασμός του οικιακού χώρου αψηφούσε κάθε έννοια αρχιτεκτονικής και τεχνολογικής λογικής. Ως τη δεκαετία του 1970, ολόκληρες αστικές περιοχές είχαν μετατραπεί σε ατελείωτα χιλιόμετρα προαστιακής εξάπλωσης, κόντρα σε προηγούμενες αντιλήψεις για την αστική εξέλιξη και την ανθρώπινη πρόοδο. Ωστόσο νωρίτερα, στο τέλος του 19ου αιώνα, οι υποστηρικτές της αστικής εξέλιξης είχαν θαυμάσει την πρόοδο της βιομηχανικής κοινωνίας «από το απλό στο σύνθετο». Κατά τη δεκαετία του 1920, ο όψιμος καπιταλισμός άλλαξε τη φορά αυτής της προόδου, καθώς το τεχνικά και χωρικά σύνθετο αστικό σπίτι αντικαταστάθηκε από το πολύ πιο ακατέργαστο προαστιακό σπίτι με νερό, αέριο και ηλεκτρικές συσκευές του 20ού αιώνα. Οι κρυφές δαπάνες αυτής της οικιστικής υποχώρησης ήταν τόσο υψηλές που ως τη δεκαετία του 1970 είχαν εμφανιστεί ολοένα και πιο επικίνδυνες πηγές ενέργειας, όπως εργοστάσια παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, υγρό φυσικό αέριο και εκλεπτυσμένοι αγωγοί πετρελαίου, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη σταθερά αυξανόμενη ζήτηση για ενέργεια, και ο όρος «ονειρικό σπίτι» άρχισε να κρύβει ειρωνικούς υπαινιγμούς.

hayden 22

Οι εργολάβοι και οι βιομήχανοι της δεκαετίας του 1970 συνέχισαν να εξυμνούν το Βικτωριανό σπίτι που είχαν συντηρήσει για έναν αιώνα μετά την εποχή του, το απομονωμένο σπιτικό, σχεδιασμένο με βάση το ιδανικό της γυναίκας ως νοικοκυράς πλήρους ωραρίου. Χρησιμοποιούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για να παρουσιάσουν το επίτευγμά τους ως πρόοδο και να μπερδέψουν τη νοικοκυρά. Για πάνω από ενάμιση αιώνα το περιεχόμενο της οικιακής εργασίας άλλαζε μέχρι που ο χρόνος που δαπανιόταν για την κατανάλωση βιομηχανικών προϊόντων έφτασε να είναι σχεδόν ίσος με τον χρόνο που δαπανιόταν για το μαγείρεμα, το καθάρισμα και την φροντίδα των παιδιών. Μολαταύτα, η νοικοκυρά ακόμα δούλευε μόνη και η δουλειά της δεν τελείωνε ποτέ: οι μελέτες χρονικού προϋπολογισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες βιομηχανοποιημένες χώρες δείχνουν ότι οι ώρες εργασίας της νοικοκυράς αυξήθηκαν αντί να μειωθούν μετά τη δεκαετία του 1920, παρά τις συσκευές εξοικονόμησης εργασίας και τις εμπορικές υπηρεσίες.[38] Οι αλυσίδες φαστφούντ παρείχαν ζεστά γεύματα, η τηλεόραση χρησίμευε για να κρατάει τα παιδιά ήσυχα στο σπίτι, οι νοικοκυρές είχαν δεκάδες ηλεκτρικές συσκευές στις κουζίνες τους, εντούτοις κατείχαν λιγότερο τον έλεγχο της γυναικείας σφαίρας απ’ ό,τι στις απαρχές του βιομηχανικού καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός είχε κοινωνικοποιήσει μόνο εκείνες τις πτυχές της οικιακής εργασίας που μπορούσαν να αντικατασταθούν από επικερδή προϊόντα και υπηρεσίες και άφησε το μαγείρεμα, το καθάρισμα και την ανατροφή στη νοικοκυρά.

Το σπίτι δεν θεωρούνταν χώρος εργασίας αλλά καταφύγιο. Η απλήρωτη απομονωμένη εργασία της νοικοκυράς συνέχιζε να μη θεωρείται δουλειά αλλά κατανάλωση.[39] Οι γυναίκες που έκαναν αυτή τη μοναχική δουλειά σχεδόν ποτέ δεν αποκαλούνταν εργάτριες. Όπως έγραψε η Meredith Tax για την καθημερινότητα της νοικοκυράς του 1970: «Φαίνεται να συμμετέχω σε κάποια μυστηριώδη διαδικασία».[40] Όπως περιέγραφε την κατάστασή της η Mira, η προαστιακή νοικοκυρά της Marilyn French, στο βιβλίο Το Δωμάτιο της Γυναίκας (The Woman’s Room), ταυτιζότανε οικονομικά και χωρικά με το σπίτι που ανήκε στον άντρα της: «Αισθανόταν ότι είχαν πληρώσει και την είχαν αγοράσει και ότι όλα πήγαιναν πακέτο, το σπίτι, τα έπιπλα, εκείνη, όλα ήταν δικά του, το έλεγε σε κάποιο χαρτί».[41] Για τη νοικοκυρά που επαναστατούσε, υπήρχε μια αυξανόμενη στήριξη από την ψυχιατρική και από τα φάρμακα. Οι γιατροί έγραψαν Valium και Librium πάνω από 47 εκατομμύρια φορές για γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1978 και οι διαφημίσεις των φαρμακευτικών εταιρειών συχνά έδειχναν μια κατσούφα νοικοκυρά με ποδιά, σκούπα και παιδί. Μια τέτοια διαφήμιση έγραφε: «Δεν μπορείς να αλλάξεις το περιβάλλον της αλλά μπορείς να αλλάξεις τη διάθεσή της».[42]

hayden 23

Η Κληρονομιά του Υλιστικού Φεμινισμού

Οι υλίστριες φεμινίστριες άσκησαν τη μεγαλύτερή τους επιρροή όταν οι στρατηγικές για τη στέγαση των Αμερικανών σε πυκνές αστικές γειτονιές ήταν δημοφιλείς. Η επιρροή τους έφθινε καθώς οριζόταν η αποτελεσματική κατανάλωση, όχι με όρους προσεκτικής χρήσης των ελάχιστων πόρων, αλλά με όρους μέγιστης ζήτησης για μαζικά παραγόμενα αγαθά. Παρόλο που τα πυκνά αστικά περιβάλλοντα του βιομηχανικού καπιταλισμού τελικά έδωσαν τη θέση τους σε έναν πλαστό ιδιωτισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρόλο που οι προαστιακές κατοικίες των εργατών απέδειξαν ότι ο Fourier και ο Olmsted, o Marx και ο Engels, ο Bellamy και η Gilman είχαν κρίνει λανθασμένα το ρυθμό με τον οποίο η αστική πυκνότητα που προκάλεσε ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα επίσπευδε τον σοσιαλισμό και τη γυναικεία χειραφέτηση, οι συζητήσεις που ξεκίνησαν δεν έχουν λήξει ακόμα. Τα τελευταία δέκα χρόνια [δεκαετία του 1970] πολλά από τα ίδια ερωτήματα για τους οικιακούς ρόλους των γυναικών και την ευρύτερη οικονομία, τα οποία εγείρανε οι υλίστριες φεμινίστριες, επανατίθενται αλλά η σημασία του σχεδιασμού της κατοικίας και της οργάνωσης της γειτονιάς για αυτά τα ζητήματα έχει, σε μεγάλο βαθμό, ξεχαστεί.

Οι περισσότερες οικογένειες συνεχίζουν να μένουν σε μονοκατοικίες σχεδιασμένες με βάση το ιδανικό της γυναίκας ως νοικοκυράς πλήρους ωραρίου. Καθώς η συμμετοχή των γυναικών στο έμμισθο εργατικό δυναμικό συνεχίζει να αυξάνεται, οι γυναίκες και οι άντρες έχουν αρχίσει να υποπτεύονται τις συγκρούσεις που τους δημιουργούν οι ξεπερασμένες μορφές κατοικίας και οι ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες. Ωστόσο, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς εναλλακτικές. Απαιτείται χωρική φαντασία για να κατανοήσει κανείς ότι οι αστικές περιοχές που σχεδιάστηκαν για την ανισότητα δεν μπορούν να αλλαχτούν με νέους ρόλους στις ζωές των μεμονωμένων ατόμων.

Η κληρονομιά του υλιστικού φεμινισμού μπορεί να διεγείρει αυτήν τη χωρική φαντασία παρέχοντας φεμινιστικά οράματα για άλλους τρόπους διαβίωσης: χιλιάδες γυναίκες και άντρες που υποστήριζαν την κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία επέδειξαν την κοινωνική και τεχνική τους εφευρετικότητα. Οι υλίστριες φεμινίστριες πολεμούσαν σταθερά για τη γυναικεία αυτονομία, μεταξύ των σοσιαλιστών, και για τις γυναικείες οικονομικές και χωρικές ανάγκες, μεταξύ των σουφραζέτων. Αναγνώρισαν τις νοικοκυρές ως μια σημαντική, δυνητική, πολιτική δύναμη. Οι ικανότητά τους να φαντάζονται πιο ικανοποιητικά, φεμινιστικά, οικιακά τοπία τις διαχώρισε από τους πιο πραγματιστές αλλά λιγότερο οραματιστές αναμορφωτές της εποχής του βιομηχανικού καπιταλισμού. Οι συζητήσεις τους σχετικά με το πού και το πώς θα γινόταν η κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας δονούνταν από έντονα συναισθήματα.

Μια προσέγγιση της οικιακής εργασίας που στηρίζει την ισότητα απαιτεί σύνθετες αποφάσεις σχετικά με τα εθνικά πρότυπα έναντι στον τοπικό έλεγχο, για τη γενική συμμετοχή ενηλίκων έναντι στην αποτελεσματική εξειδίκευση, για την ατομική επιλογή έναντι στην κοινωνική ευθύνη. Αυτά τα ίδια διλήμματα, εφαρμοσμένα στη βιομηχανική παραγωγή, έχουν ταλανίσει όλες τις κοινωνίες από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα, επομένως όλες οι κοινωνίες πρέπει να διδαχθούν από αυτές τις αντιπαραθέσεις. Κάθε σοσιαλιστική φεμινιστική κοινωνία του μέλλοντος θα βρει την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας στο επίκεντρο των μελημάτων της και, μαζί με αυτή, το πρόβλημα της ελευθερίας έναντι στον έλεγχο, για το άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα και το έθνος.

hayden 24

Όταν οι υλίστριες φεμινίστριες συνέτασσαν το σχέδιο μάχης τους για τη μεγάλη οικιακή επανάσταση, κατέδειξαν τη σημασία τους όχι μόνο ως οραματίστριες αλλά και ως κοινωνικές κριτικοί. Οι υλίστριες φεμινίστριες αντιστάθηκαν στις ευγενικές συμβάσεις της καθημερινής ζωής υπό τον βιομηχανικό καπιταλισμό πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλη πολιτική ομάδα της εποχής τους – σοσιαλιστές, αναρχικούς και σουφραζέτες. Χλευάζοντας τις οικιακές ευλάβειες και απαιτώντας χρηματική αμοιβή για την οικιακή εργασία, συντάραξαν τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες και τους ανάγκασαν να αναλύσουν τα νοικοκυριά και τις γειτονιές τους με μια κριτική συνείδηση που όμοιά της δεν έχει υπάρξει από τότε. Στην πιο μαχητική τους περίοδο, οι υλίστριες φεμινίστριες απαίτησαν να εκτελούνται όλες οι δουλειές του σπιτιού συλλογικά από έμμισθες εργάτριες σε καλά εξοπλισμένες δημόσιες κουζίνες, πλυντήρια και παιδικούς σταθμούς, ζητούσαν από τους αρχιτέκτονες να αναπτύξουν νέους τύπους κατοικίας και από τους πολεοδόμους να δημιουργήσουν νέα είδη κοινοτικών εγκαταστάσεων, δίνοντας σε αυτά τα επαγγέλματα μια ανθρώπινη σημασία, την οποία είχαν χάσει από καιρό οι αρχιτέκτονες που δούλευαν για τους κερδοσκόπους εργολάβους και οι πολεοδόμοι της γραφειοκρατίας που όριζε την κατανομή χρήσεων γης στις πόλεις. Οι υλίστριες φεμινίστριες υποστήριζαν αυτές τις μεταμορφώσεις σε κάθε πολιτικό επίπεδο, από το νοικοκυριό και τη γειτονιά ως τον δήμο και το έθνος, θέτοντας το παράδειγμα για εκείνους/ες που ενδεχομένως θέλουν να συνενώσουν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους ζητήματα όσο η οικιακή εργασία, η διάκριση κατά των γυναικών στην εργασία, η οικιστική πολιτική και η ενεργειακή πολιτική.

Οι υλίστριες φεμινίστριες τόλμησαν να φανταστούν τη γυναικεία οικονομική ανεξαρτησία από τους άντρες και να προγραμματίσουν για τις πλήρεις περιβαλλοντικές και τεχνολογικές αλλαγές που θα επέφερε αυτή η ανεξαρτησία. Ήταν ουτοπικές φαντασιώσεις και ακραία σχέδια; Όπως παρατηρεί ο Lawrence Goodwyn στην ιστορία του Αμερικανικού Λαϊκού κινήματος που έγραψε, «Αν ο πληθυσμός έχει παραιτηθεί πολιτικά (πιστεύοντας το δόγμα της ‘δημοκρατίας’ σε ένα επιφανειακό δημόσιο επίπεδο αλλά όχι σε ιδιωτικό επίπεδο) γίνεται αρκετά δύσκολο για τους ανθρώπους να κατανοήσουν πλήρως το φάσμα των ελπίδων που είχε ο λαός σε μια προηγούμενη εποχή, όταν οι δημοκρατικές προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες από αυτές που οι άνθρωποι επιτρέπουν στους εαυτούς τους να έχουν σήμερα. [...] Οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι πολιτισμικά προγραμματισμένοι, τρόπος του λέγειν, να συμπεραίνουν ότι οι Αμερικανοί που υποστήριζαν την ισότητα, όπως οι Λαϊκιστές, ήταν «ανόητοι» που είχαν τόσο μεγάλες δημοκρατικές ελπίδες».[43] Είναι εύκολο να απορρίπτει κανείς ως ανόητη την οικονομική απελευθέρωση που οραματίστηκαν οι υλίστριες φεμινίστριες και πολύ δυσκολότερο να καταλάβει το όνειρά τους, να μελετήσει τα μανιφέστα και τις οργανώσεις τους και να αποπειραθεί να κατανοήσει εκείνες τις πτυχές του αμερικάνικου πολιτισμού που έθρεψαν τον ιδεαλισμό τους, τις ελπίδες τους για φεμινιστικά σπίτια, γειτονιές και πόλεις.

Σημειώσεις

[17] Siegfried Giedion, Mechanization Takes Command: A Contribution to Anonymous History (1948; New York: Norton, 1969), describes the “mechanization of the household” as a process resulting from numerous inventions, all freeing women from drudgery. He mentions that large-scale domestic technology preceded small devices but assumes that women preferred the small-scale devices to be used at home. Other writers, notably Kleinberg, “Technology and Women’s Work” ; Susan May Strasser, “Never Done: The Ideology and Technology of Household Work, 1850-1930,” Ph.D. dissertation, State University of New York, Stony Brook, 1977; and Ruth Schwartz Cowan, “The ‘Industrial Revolution’ in the Home: Household Technology and Social Change in the 20th Century,” Technology and Culture, 17 (January 1976), 1-23, discuss the slow diffusion of various inventions. Both Strasser and Cowan have books in progress which should define women’s experience of domestic technology much more exactly. See Heidi Hartmann, “Capitalism and Women’s Work in the Home, 1800-1930,” unpublished Ph.D. dissertation, Department of Economics, New School for Social Research, 1975, for a detailed study of laundry technology, as well as an analysis of the household. There are also two rather brief surveys, William D. Andrews and Deborah C. Andrews, “Technology and the Housewife in Nineteenth Century America,” Women’s Studies, 2 (1974), 309-328, and Anthony N. B. Garvan, “Effects of Technology on Domestic Life, 1830-1880,” in Technology in Western Civilization, I, ed. Melvin Kranzberg and Carroll Pursell, Jr. (New York: Oxford University Press, 1967), 546-559.

[18] Nancy F. Cott, The Bonds o f Womanhood: “Woman’s Sphere» in New England, 1780-1835 (New Haven: Yale University Press, 1977), 98. On “woman’s sphere” as inseparable from the rest of the society, see also the excellent analyses by Kathryn Kish Sklar, Catharine Beecher, A Study in American Domesticity (New Haven: Yale Un iversity Press, 1973), and Leonore Davidoff, “The Separation of Home and Work? Landladies and Lodgers in Nineteenth and Twentieth Century England,” in Sandra Burman, ed., Women’s Work: Historical, Legal, and Political Perspectives (London: Croom Helm, 1979); and Leonore Davidoff, “The Rationalization of Housework,” in D. Barker and S. Allen, eds., Dependence and Exploitation in Work and Marriage (London: Longman, 1976).

[19] Αναφέρεται στο Cott, The Bonds of Womanhood, p. 68

[20] Strasser, “Never Done,” 72-73

[21] Voltairine de Cleyre, λόγος που εκφωνήθηκε σε εκκλησία του Bradford στην Αγγλία, δημοσιεύτηκε στο The Adult: The Journal of Sex 1 (January 1898), 6; Helen Campbell, Household Economics: A Course of Lectures in the School of Economics at the University of Wisconsin (New York and London: G. P. Putnam’s Sons, 1896), 59

[22] Gilman, The Home, 84

[23] Peirce, "Cooperative Housekeeping II" Atlantic Monthly 22 (December 1868), 684

[24] Marie A. Brown, “The Pecuniary Independence of Wives," The Revolution 3 (June 10, 1869), 355

[25] Zona Gale, “Shall the Kitchen in Our Home Go?” Ladies’ Home Journal 36 (March 1919), 35ff; Ada May Krecker, “The Passing of the Family,” Mother Earth 7 (October 1912), 260-261

[26] domestic economists στο πρωτότυπο

[27] David M. Katzman, Seven Days A Week, Women and Domestic Service in Industrializing America (New York: Oxford, 1978). Για τις οικιακές βοηθούς δείτε επίσης, Theresa M. McBride, The Domestic Revolution: The Modernization of Household Service in England and France 1820-1920 (New York: Holmes and Meier, 1976), και Susan Strasser, “Mistress and Maid,” Marxist Perspectives, 4 (Winter 1978), 52-67

[28] One of the most perceptive discussions of domestic labor appears in Rachel Campbell, The Prodigal Daughter (Grass Valley, Calif.: published by the author, 1885). This is a pamphlet on prostitution

[29] corporate city στο πρωτότυπο

[30] Gordon, “Capitalist Development,” 49-55

[31] Industrial Housing Associates, Good Homes Make Contented Workers (Philadelphia: Industrial Housing Associates, 1919); Barbara Ehrenreich and Deirdre English, For Her Own Good: 150 Years of the Experts’ Advice to Women (Garden City: Doubleday, 1978), 134; Richard Walker, “Suburbanization in Passage,” unpublished draft paper, University of California, Berkeley, Department of Geography, 1977; Stuart Ewen, Captains of Consciousness: Advertising and the Social Roots of the Consumer Culture (New York: McGraw-Hill, 1976)

[32] Two recent books by architectural historians trace the history of single-family dwellings and underscore their symbolic importance: Gwendolyn Wright, Moralism and the Model Home: Domestic Architecture and Cultural Conflict in Chicago, 1873-1913 (Chicago: University of Chicago Press, 1980), and David Handlin, The American Home: Architecture and Society 1815-1915 (Boston: Little Brown, 1979). Wright’s book deals with the single-family home and its supporters very effectively but she tends to ignore the numerous collective options posed in the same era by such figures as Frances Willard or Henry Hudson Holly. Handlin surveys U.S. housing, but without much knowledge of the substantial literature on women’s history, he constructs a male oriented view of the home as cultural artifact. He does deal with cooperative housekeeping, although he disconnects it from its communitarian socialist roots and incorrectly states that Melusina Peirce’s Cambridge Cooperative Housekeeping Society was the most ambitious experiment ever mounted (p. 297)

[33] For an example of Red-baiting, see the 1926 address by the president of the National Association of Manufacturers, John Edgerton, reprinted in Judith Papachristou, Women Together, A History in Documents of the Women’s Movement in the United States (New York: Knopf, 1976), 201, which echoes the moralism of Rose Terry Cooke, “Is Housekeeping a Failure?” North American Review (February 1889), 249

[34] Ruth Schwartz Cowan has reported that a West Coast utility company sold small electric appliances very cheaply to subscribers in order to increase the demand for electricity at midday when lights were not necessary. She has also noted that in the 1920s General Electric’s most economical refrigerator was abandoned in favor of one which had a lower initial cost but used more electricity, in order to increase demand for municipal electrical generating equipment sold by the same company. Both examples were discussed in a presentation she gave the MIT Seminar on Technology and Culture, November

[35] On advertising see Ewen, Captains of Consciousness, and Ruth Schwartz Cowan, “Two Washes in the Morning and a Bridge Party at Night: The American Housewife Between the Wars,” Women’s Studies, 3 (1976), 147-172.

[36] Survey of AFL-CIO Members’ Housing 1975 (Washington, D.C.; AFL-CIO, 1975), 16

[37] Betty Friedan, The Feminine Mystique (1963; New York: W. W. Norton, 1974), calls the home “a comfortable concentration camp,” p. 307; Peter Filene, Him/Her/Self: Sex Roles in Modem America (New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1974), speaks of the “domestic mystique,” p. 194, suggesting that men are victims too.

[38] Joan n Vanek, “Time Spent In Housework,” Scientific American (November 1974), 116-120; Ehrenreich and English call this the “manufacture of housework,” p. 127. Also see Ann Oakley, Woman’s Work: The Housewife, Past and Present (New York: Pantheon, 1975), p. 7, for time studies.

[39] Batya Weinbaum, Amy Bridges, “The Other Side of the Paycheck,” Capitalist Patriarchy and the Case for Socialist Feminism, ed. Zillah R. Eisenstein (New York: Monthly Review Press, 1979), 199

[40] Meredith Tax, Woman and Her Mind: The Story of Daily Life, quoted in Eli Zaretsky, Capitalism, The Family and Personal Life (New York: Harper Colophon Boob, 1976), 74

[41] Marilyn French, The Woman’s Room (New York: Jove Boob, 1978)

[42] Anne S. Kasper, “Women Victimized by Valium,” New Directions for Women 8 (Winter 1979-1980), 7

[43] Lawrence Goodwyn, The Populist Movement: A Short History of the Agrarian Revolt in America (Oxford: Oxford University Press, 1978), xiv-xv

Πηγή: http://kompreser.espivblogs.net/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ