Menu
22 / 11 / 2019 - 12:49 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

nahmia 2

Μαίρη Μαργαρώνη, Φιλόλογος, Κοιν. Ανθρωπολόγος Μ.Α., Υπ. Δρ Ιστορίας, Zentrum für Antisemitismusforschung Berlin

Εισαγωγή

Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει πτυχές που αφορούν ζητήματα δημιουργικής γραφής, στο αυτοβιογραφικό έργο της πρόσφατα αποβιώσασας Μπέρρυ Ναχμία (2013), Κραυγή για το αύριο. 76859... (εκδ. Κάκτος, 1989).

Κάνοντας χρήση της μεθόδου της ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου, εξετάζω ζητήματα που αφορούν τη γραφή σε συνάρτηση με τη μνήμη και τη δημοσιοποίηση «εμπειριών οριακών καταστάσεων»· τη γραφή ως έμφυλο, αυτοβιογραφικό και ιστοριογραφικό λόγο, που συμβάλλει στην ανάδειξη της ιστορίας «από τα κάτω» (history from below), σε διάφορες εκφάνσεις της, όπως την προσωπική ιστορία, την οικογενειακή, την εθνοτική (εβραϊκή), την τοπική (Καστοριανή), την εθνική (ελληνική), αλλά και την πανευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία· τη γραφή ως πολιτισμικό γεγονός διαχείρισης βιωμάτων, που εγγράφονται στην κουλτούρα της βίας, των συστημάτων εποπτείας και βασανισμού και των σχέσεων εξουσίας· τη γραφή ως περιπέτεια διττού χαρακτήρα, δηλαδή τόσο ως βάσανος όσο και ως λύτρωση, με την έννοια, αφενός, της τραυματικής επαναβίωσης των αρχικών τραυματικών βιωμάτων και, αφετέρου, της θεραπευτικής τους διαχείρισης· τη γραφή ως δύναμη ή αδυναμία αναπαράστασης της «πραγματικότητας», ως συν-διαμορφωτικός της παράγοντας και, σε κάθε περίπτωση, ως στάδιο μεθοριακότητας στην τελετουργική διαδικασία μετάβασης από τη λήθη στη μνήμη, από τη σιωπή στον λόγο και από την αφάνεια στην ορατότητα· και, τέλος, τη γραφή ως αναστοχαστική και μετασχηματιστική διαδικασία στη συγκρότηση ταυτοτήτων.

Το υπό συζήτηση έργο ανήκει στην αυτοβιογραφική λογοτεχνία για το Ολοκαύτωμα και αποτελεί τη μοναδική –για την ελληνική βιβλιογραφία– δημοσιευμένη, εκτενή γραπτή μαρτυρία γυναίκας ομήρου σε ναζιστικό στρατόπεδο. Σε κάθε περίπτωση, η δημοσίευση γραπτών και προφορικών μαρτυριών Ελλήνων Εβραίων επιβιωσάντων του Ολοκαυτώματος, παρά την αύξηση που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες, παραμένει περιορισμένη (Μόλχο 1976· Νόβιτς 1985· Αμπατζοπούλου 1993· Κούνιο-Αμαρίλιο & Ναρ 1998· συνολικός κατάλογος των δημοσιευμένων μαρτυριών: Νατζαρή 1991).

Το παρόν έργο εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των βιοαφηγήσεων (lifestory), και, συγκεκριμένα, των γραπτών αφηγούμενων ιστοριών για την εαυτή ζωή. Σύμφωνα με τον McAdams (2001: 100-122), η βιοαφήγηση αποτελεί μια εσωτερικευμένη και εξελισσόμενη αφήγηση του εαυτού, που ενσωματώνει το ανακατασκευασμένο παρελθόν, το προσλαμβανόμενο παρόν και το προσδοκώμενο μέλλον. Η (γραπτή) βιοαφήγηση αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος, τα οποία, ωστόσο, σημασιολογούνται σε συνάρτηση προς τη συγχρονική προοπτική του εκάστοτε παρόντος της (προφορικής ή γραπτής) παραγωγής τους. Η αυτοβιογραφία αποτελεί ένα είδος δημιουργικής γραφής (Cutler 1958: 38-41), κατά την οποία, ο βιοαφηγούμενος εαυτός, αν και αρθρώνει λόγο στο παρόν, έχει ήδη συγκροτηθεί στο παρελθόν (Lang 1990: 130).

nahmia 3

Σε κάθε περίπτωση, η βιοαφήγηση δεν αποτελεί μια «φυσική» διάσταση που συνοδεύει την κάθε ατομική ζωή, αλλά μια κοινωνική κατασκευή, με μια ειδική μορφή αυτο-θεματοποίησης και αυτο-παρουσίασης. Για τον λόγο αυτό, τα αυτοβιογραφικά κείμενα δεν προσεγγίζονται, πλέον, μέσα από την ξεπερασμένη λογική ενός μανιχαϊστικού διπόλου αλήθειας ή ψεύδους, αυθεντικότητας ή επίπλαστου, ακριβούς πραγματικότητας ή αναπαράστασης. Αντίθετα, έχοντας ως δεδομένο ότι δεν υπάρχει μία-προς-μία αντιστοιχία των αφηγούμενων και των βιωμένων εμπειριών, οι νεότερες προσεγγίσεις των αυτοβιογραφικών κειμένων απεγκλωβίζονται από τέτοιου είδους απλουστευτικές διχοτομίες. Στρέφουν το ενδιαφέρον τους, κυρίως, προς την οργάνωση της βιωμένης εμπειρίας, μέσα στο αφηγηματικό πλαίσιο, σε συνάρτηση με το μνημονικό γεγονός.

Η μνήμη, τόσο η ατομική όσο και η συλλογική, δεν είναι ούτε ομογενοποιημένη, ούτε στατική και αμετάβλητη, αλλά, αντίθετα, βρίσκεται σε υπό συνεχή τροποποίηση και διαμόρφωση. Θεωρητικά, διαμορφώνεται σε τρία στάδια, τα οποία, στην πράξη, αλληλοεπικαλύπτονται: την εισροή, που αντιστοιχεί στο βίωμα· τη μετάπλαση, που περιλαμβάνει την επιλογή, τη λήθη και τη γενικότερη μεταβολή του αρχικού μηνύματος· την εκροή, που αντιστοιχεί στην (προφορική ή γραπτή) αφήγηση. Οι συχνές μεταπλάσεις των αρχικών εισροών είναι αποτέλεσμα α) των αλληλένδετων διαδικασιών της επιλογής (δηλαδή, μίας επιλεκτικής καθίζησης πληροφοριών στην μνήμη)· β) της λήθης, είτε ως σιωπής (δηλαδή, ως λησμονημένων εισροών και ως αδρανών αναμνήσεων), είτε ως αποσιώπησης (δηλαδή, ως συγκάλυψης, ως διάψευσης και, γενικά, ως απώθησης, συχνά, λόγω των επιδράσεων του ηγεμονικού «δημόσιου λόγου» ή γενικώς αποδεκτών συλλογικών ηθικών προτύπων)· και γ) της μεταβολής (δηλαδή της τροποποίησης των βιωμένων εμπειριών, μεταξύ άλλων, λόγω της επίδρασης παλιών, ήδη εγγεγραμμένων στη μνήμη, εισροών και νοοτροπιών, αντίθετων στις νέες εισροές του βιοαφηγούμενου υποκειμένου) (Βαν Μπούσχοτεν χ.χ.: 211-220).

Έτσι, τα αυτοβιογραφικά κείμενα των επιζώντων του Ολοκαυτώματος δεν προσλαμβάνονται ως απεικόνιση μιας «αδιαμεσολάβητης» πραγματικότητας, αλλά μεταφέρουν το βάρος των αναμνήσεων και, συχνά, το αίτημα για ψυχική αποκατάσταση και ηθική συμφιλίωση (Rosenfeld 1988: 53·La Capra 2001· Reading 2002· Browning 2003), και, έμμεσα, ενδεχομένως, το αίτημα για εκδίκηση, παρά το γεγονός ότι, φαινομενικά έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της δικαιοσύνης (Lang 1996: 16). Σε τελική ανάλυση, τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα είναι, πάντα, ιστορίες για το παρελθόν, αλλά όχι το ίδιο το παρελθόν (Ellis& Bochner 2000: 745).

nahmia 4

1. Γραφή και μνήμη «εμπειριών οριακών καταστάσεων». Έμφυλος αυτοβιογραφικός λόγος και History from below

Στο υπό εξέταση έργο, η γραφή αναλαμβάνει τον ρόλο της δημοσιοποίησης της μνήμης «εμπειριών οριακών καταστάσεων». Γενικότερα, η συγγραφική διαδικασία συνδέεται, άμεσα και ποικιλοτρόπως, με τη μνήμη, όχι μόνο την ατομική, που καταγράφεται ως προσωπική μαρτυρία, ή τη συλλογική, η οποία αντανακλάται μέσα από την ατομική μνήμη. Επιπρόσθετα, η γραφή τίθεται στην υπηρεσία της διαγενεακής μνήμης (Yablonka 2009: 94-122), η οποία, άλλωστε, ευκρινώς, αποτελεί έναν από τους συγγραφικούς στόχους, στο παρόν έργο.

Συγκεκριμένα, η Μπ. Ναχμία δηλώνει ότι, μέσα από την καταγραφή και την έκθεση των προσωπικών της αναμνήσεων, επιδιώκει να συμβάλει στην αποφυγή τυχόν επανάληψης παρόμοιων τραγικών και απαξιωτικών για την ανθρώπινη ύπαρξη καταστάσεων, που η ίδια βίωσε, ακούσια. Έχει ως στόχο μια αφυπνιστική γραφή, που θα συμβάλει στην καλλιέργεια μιας ιστορίας της συνείδησης (history of consciousness) (Mc CLewin1992: 161). Διδάσκει μαθήματα ηθικής και ανθρωπιάς και δεν ενδιαφέρεται, απλά, για τη μετάδοση γνώσεων για την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος (Waxman 2006: 6).

Η συγγραφέας αφιερώνει, λοιπόν, το συγγραφικό της πόνημα όχι μόνο στη μνήμη των αγαπημένων της νεκρών, στα ναζιστικά κρεματόρια, αλλά και στους εν ζωή αγαπημένους της, που ανήκουν στη νέα γενιά. Με τον τρόπο αυτό, η συγγραφική δημιουργία, ως σημαντικός ενδο-οικογενειακός και διαγενεακός συνδετικός κρίκος, ενώνει το παρελθόν με το παρόν, τον πόνο της απώλειας με τη χαρά της συνέχειας και τον θάνατο με την ζωή, αναδεικνύοντας τη μετουσίωση των μανιχαϊστικών διπόλων σε διαχεόμενες έννοιες και ρευστές πραγματικότητες, χωρίς στεγανά εσωτερικά διαχωριστικά όρια:

«Αυτό το βιβλίο το έγραψα στη μνήμη όλων των δικών μου που αγάπησα κι έχασα στα κρεματόρια του Aushwitz. Το αφιερώνω όμως στα πολυαγαπημένα μου παιδιά (...) που με την αγάπη τους με έπεισαν πως έπρεπε κάποτε να το γράψω γιατί ήθελαν να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες της φρικιαστικής μου εκείνης περιόδου στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης στις πολυαγαπημένες μου εγγονές (...), που είμαι σίγουρη πως με πολλή συγκίνηση κι ευλάβεια θα το μεταδώσουν στα δικά τους παιδιά και στις επόμενες γενεές που θα έρθουν... (...) Είμαι γεμάτη εμπειρίες, φιλοσοφίες, γνώσεις... όλα παρμένα απ’ το μεγάλο βιβλίο της ζωής μου που τόσο έντονα έζησα. Κι αναρωτιέμαι μήπως σήμερα ή τώρα έφθασε η ώρα και η κατάλληλη στιγμή να βγάλω όλα αυτά που υπάρχουν μέσα μου και να τα μεταδώσω παντού με την ελπίδα ότι θα περάσουν ίσως σαν ένα μήνυμα Ειρήνης... Αγάπης και Αδελφοσύνης στο σημερινό κόσμο και στις επόμενες γενιές που θα ’ρθουν...» (πρόλογος, σσ. 7, 16).

nahmia 5

Καθώς, συχνά, είθισται να αποδίδεται μία έμφυλη διάσταση στη μεταβίβαση της διαγενεακής μνήμης και να ανατίθεται στη γυναίκα (γιαγιά, μητέρα)-αφηγήτρια ο ρόλος της μετάβασης πληροφοριών προς τους νεότερους, η Μπ. Ναχμία ανήκει στην κατηγορία των ατόμων εκείνων, που ως συγγραφέας, γυναίκα και Εβραία αναλαμβάνει τον ρόλο να σπάσει τη σιωπή (Brauner, 2001: 24-38), ξεπερνώντας την ποιότητα του ανεκδιήγητου της βιωμένης εμπειρίας, η οποία, άλλωστε, αποτελούσε και το βασικό αίτιο της αρχικής, μακροχρόνιας αποσιώπησης:

«Είχαν περάσει 38 χρόνια απ’ το ολοκαύτωμα των έξι εκατομμυρίων Εβραίων, και ακόμα δεν είχα μπορέσει ως τότε να μιλήσω ή να γράψω. Εκτός από μια φορά που τα ’πα όλα στον άνδρα μου. Μετά κλείστηκα πάλι στον εαυτό μου, τα κουκούλωσα, τα σκέπασα, με την ελπίδα πως η πάροδος του χρόνου, θα μου ’φερνε τη λήθη και την ηρεμία... Αλλά δεν τα κατάφερνα να ησυχάσω, ο εφιάλτης που φοβόμουνα να δω κατάματα και ν’ αντιμετωπίσω, με βασάνιζε. Πολεμούσα συνέχεια τον εαυτό μου, παίζοντας πότε το ρόλο του θύματος, πότε του συνήγορου και πότε του δικαστή». (πρόλογος, σσ. 15-16).

Στο παρόν αυτοβιογραφικό έργο, πρόκειται, λοιπόν, για τη συμβολή της καταγεγραμμένης ατομικής μνήμης στη συλλογική μνήμη, που, με τη σειρά της, συμβάλλει στην ανάδειξη της ιστορίας «από τα κάτω» (history from below), σε διάφορες εκφάνσεις της, στο βαθμό που, στο ιστορικό προσκήνιο, διαμέσω της αυτοβιογραφικής γραφής, ανέρχονται ιστορικά υποκείμενα, επί μακρόν περιθωριοποιημένα και υπό ακύρωση. Κατ’ αρχάς, η αυτοβιογραφική γραφή της Μπ. Ναχμία συμβάλλει στη συγκρότηση και την ανάδειξη της προσωπικής της ιστορίας (lifestory) αλλά και της οικογενειακής της ιστορίας, μεταφέροντας το παρελθόν στο παρόν (Bourguignon 2005: 63-88). Παράλληλα, αποτελεί μέρος της εθνοτικής/εβραϊκής ιστορίας, καθώς αναδεικνύει πτυχές των συλλογικών διωγμών που υπέστησαν οι Εβραίοι, κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και της «τελικής λύσης» που εφάρμοσε η ναζιστική πολιτική.

Αποτελεί, εξίσου, μέρος της τοπικής ιστορίας και, συγκεκριμένα, της ιστορίας της Καστοριάς εν γένει και όχι μόνο της τοπικής εθνοτικής ιστορίας (Molho 1938), καθώς αναδεικνύει πτυχές της καθημερινής ζωής και της διακοινοτικής συμβίωσης, πριν την έναρξη του πολέμου, στη συγκεκριμένη ελληνική επαρχιακή πόλη, σαφώς επαναθεωρημένες και επανερμηνευμένες, μέσα από την εμπειρία του διωγμού, της σύλληψης και της μαζικής εξόντωσης, όπως αναλύεται, στη συνέχεια. Στο βαθμό που έχει ως θέμα την ιστορία Ελλήνων πολιτών, απλώς διαφορετικής θρησκείας από την ηγεμονική, η συγ-γραφή και η δημοσιοποίηση της προσωπικής ιστορίας της Μπ. Ναχμία, όχι μόνο συμπληρώνει την εικόνα της εξόντωσης των Ελλήνων Εβραίων (Ενεπεκίδης 1969· Kitroeff 1985: 5-32· Mazower 1993: 263-290· Φλάισερ 1995: 296-348), αλλά, επιπλέον, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης εθνικής (ελληνικής) ιστορίας, παρόλο που, συστηματικά, μέχρι πρότινος, τα στεγανά όρια της τελευταίας δεν άφηναν περιθώρια για την ενσωμάτωση της εβραϊκής ή οποιασδήποτε άλλης εθνοτικής ιστορίας, στους κόλπους της (Μαρκέτος 1994: 52-69). Last but not least, αποτελεί μέρος της διεθνικής ιστορικής μνήμης και ιστορίας (της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας), αν λάβουμε υπόψη τη λειτουργία του Ολοκαυτώματος όχι μόνο ως εθνοτικού τραύματος (Wistrich 1997: 13-20) αλλά και ως συλλογικού πολιτισμικού τραύματος, λόγω της καταστροφής του ευρωπαϊκού εβραϊσμού (Sicher 2000: 83).

2. Η γραφή ως βάσανος και ως λύτρωση. Η γραφή ως μεθοριακότητα στην τελετουργική διαδικασία μετάβασης από τη σιωπή στον λόγο

Αφενός, η αυτοβιογραφική γραφή για την εμπειρία του Ολοκαυτώματος τίθεται, όπως προαναφέρθηκε, στην υπηρεσία της προώθησης της κουλτούρας της ειρήνης, όπως, άλλωστε, και αντίστοιχες περιπτώσεις προφορικών βιοαφηγήσεων. Αφετέρου, αποτελεί ένα πολιτισμικό γεγονός διαχείρισης τραυματικών βιωμάτων, που εγγράφονται στην κουλτούρα του τρόμου και της βίας, των συστημάτων εποπτείας και βασανισμού και των σχέσεων εξουσίας (Kushner 2001: 83-94· Eyal 2004: 5-36· Field 2006: 31-42· Homans 2006: 4-26). Μάλιστα, λόγω της χρήσης της στη διαχείριση «βιωμάτων οριακών καταστάσεων», αποκτά ειδοποιά χαρακτηριστικά, που την αναδεικνύουν ως μια ιδιάζουσα διαδικασία αυτο-έκφρασης της «βαθιάς μνήμης» (deepmemory) και απο-κάλυψης του θαμμένου εαυτού (Langer 1991: 1-38).

Κατ’ αρχάς, η (συγ)γραφή ενδύεται το χαρακτηριστικό της περιπέτειας, καθώς παραμένει άγνωστη η εξέλιξη του τελικού συγγραφικού προϊόντος, το οποίο προσλαμβάνεται, από το συγγραφικό υποκείμενο, ως ένα είδος «μετάγγισης» πείρας ζωής και, συνεπώς, σοφίας, που αποκτήθηκε, ακούσια, μέσα από την τελετουργική διάβαση στον πόνο:

nahmia 6

«Σήμερα αρχίζω τελικά το μεγάλο μου βιβλίο... Δεν ξέρω γράφοντάς το, τι εξέλιξη θα έχει. Ένα μόνο ξέρω, ότι ο στόχος που έχω βάλει και που στριφογυρίζει στο μυαλό μου τόσα χρόνια, μένει πάντα σταθερός. Να γράψω κάτι που να μπορούν να το διαβάσουν οι μεταγενέστεροί μου και να τους χαρίσω τη γεμάτη πείρα ζωή μου που ακούσια και με τη βία άλλων συνανθρώπων απόκτησα κάποτε». (πρόλογος, σ. 15).

Πέρα από το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιπέτειας, η γραφή, ως μνημονική και, ταυτόχρονα, ως αναπαραστατική-εκφραστική λειτουργία, αποκτά τη φαινομενικά αντιφατική αλλά, κατά βάθος, αλληλοσυμπληρωματική διττή ειδοποιό υφή: αναδεικνύεται ως βάσανος αλλά και ως λύτρωση για το αυτοβιογραφούμενο/συγγραφικό υποκείμενο. Αρχικά, η επιλογή της διαχείρισης των οριακών εμπειριών των ναζιστικών στρατοπέδων, είναι η αποσιώπηση (Stein 2009: 44-60), λόγω της ασυμβατότητας των εμπειριών αυτών με τα αποδεκτά συλλογικά πρότυπα αξιοπρεπούς μεταχείρισης της ανθρώπινης ύπαρξης. Η εμπειρία του Ολοκαυτώματος ήταν όχι μόνο ξένη προς την καθημερινότητα αλλά και παντελώς άγνωστη προς τη λειτουργία της ανθρώπινης ψυχής. Το Ολοκαύτωμα και ο «κόσμος των στρατοπέδων» αποτελούσε έναν κόσμο, στον οποίο η αγωνία και η οδύνη ήταν ο μόνος κανόνας, έναν κόσμο, που μπορούσε να είναι μόνο δημιούργημα μιας τερατώδους φαντασίας και μια αντανάκλαση θεμελιώδους στρέβλωσης της ανθρώπινης φύσης (Epstein 1988, 261-270). Έτσι, καθώς η γραφή προσλαμβάνεται ως (επανα)βίωμα της παρελθοντικής, τραυματικά βιωμένης εμπειρίας, σε ένα πρώτο (συχνά μακροχρόνιο) στάδιο, απορρίπτεται ως επιλογή. Άλλωστε, στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος, η τραγική πραγματικότητα βρίθει από τόσες και τέτοιες ακρότητες, ώστε να μη δύνανται να χωρέσουν στην αναπαραστατική ικανότητα της γλώσσας (Young 1988: 16-17). Η (εξίσου συχνά μακροχρόνια) εσωτερική ταλάντευση ανάμεσα στην αποσιώπηση και τη γραφή αναδεικνύει την τελευταία, αφενός, ως βάσανο που επιτείνει το ξύσιμο παλιών ψυχικών πληγών, αφετέρου, ως λύτρωση που συμβάλλει στην αυτοθεράπευση και τη συναισθηματική αποφόρτιση και, στις δύο περιπτώσεις, μέσα από την επώδυνη μνημονική διαδικασία, την αγωνιώδη μνήμη (anguished memory), όπως την ονομάζει ο Langer (1991: 39), η οποία αντικατοπτρίζει τον διχασμένο εαυτό:

«Δεν είναι καθόλου εύκολο να βγάλεις στην επιφάνεια καταστάσεις και εμπειρίες που το μυαλό αποδιώχνει τη θύμισή τους και η μνήμη αρνιέται να ξαναζήσει. Άλλωστε και αυτή τη στιγμή ακόμα που ετοιμάζομαι ν’ αρχίσω, αισθάνομαι μια εσωτερική διαμάχη, μια σύγκρουση, ένα δυισμό, όπου το ένα απειλεί το άλλο: Η μια φωνή μού λέει: Μη γυρίσεις πίσω στο παρελθόν, εκεί στον πόλεμο, τη βαρβαρότητα, την κόλαση, το σκοτάδι. Μη σκαλίσεις μια πληγή που είναι έτοιμη να αιμορραγήσει. Θα πονέσεις! Είναι καλύτερα να ξεχάσεις, γιατί δε θ’ αντέξεις να τα ζήσεις γι’ άλλη μια φορά. Η άλλη φωνή: Όχι, προς Θεού... μην καταχωνιάσεις, μη συμπιέσεις αυτά τα φαντάσματα, αυτά τα κακά σου πνεύματα βαθιά μέσα σου... Γιατί αυτά θα βρίσκονται πάντα σε νάρκη, δεν πεθαίνουν παρά μόνο μαζί σου, και θα τα σέρνεις πάνω σου για πάντα, σαν το σαράκι που θα σου τρώει σιγά-σιγά τα σωθικά σου και όλο σου τον εαυτό. Βγάλ’ τα στην επιφάνεια. Πρώτα για χάρη σου, για το καλό σου... ίσως ελαφρύνεις και συνέλθεις. Και έπειτα... έχεις καθήκον για τις επόμενες γενιές. Αυτοί πρέπει να ξέρουν και να θυμούνται... πώς, αυτό που γίνηκε, δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί για να μην επαναληφθεί!» (πρόλογος, σ. 15).

nahmia 7

Καθώς, όπως προκύπτει, από την παραπάνω μαρτυρία, τα βιώματα του Ολοκαυτώματος αναδεικνύονται, τελικά, σε παρελθόν που δεν παρέρχεται (Ofer, 2009: 1-35), «το πλήρωμα του χρόνου», φαίνεται να αποκτά σχεδόν μυστικιστική διάσταση και να αποβαίνει καθοριστικό για το πέρασμα του συγγραφικού υποκειμένου, από την αποσιώπηση του «μυστικού και ερμητικά κλεισμένου» κόσμου του Ολοκαυτώματος (Langer 1975: 30) στη γραφή. Η αρχική μακροχρόνια άρνηση της γραφής ως άρνηση της μνήμης της τραυματικά βιωμένης εμπειρίας υποχωρεί και, αντ’ αυτής, αναδύεται η εκούσια απόφαση για ένα συνειδητό «ταξίδι» στο ασυνείδητο, από όπου θα ανασυρθούν λεπτομερείς εικόνες, που θα καταγραφούν με λόγια. Διαμέσω της γραφής, το συγγραφικό υποκείμενο καταβάλλει προσπάθεια να επιβάλει την τάξη στην αταξία του τραυματικού βιώματος και του τραυματικού μνημονικού γεγονότος, διακόπτοντας την αίσθηση της «απόλυτης και ριζοσπαστικής αυτοαποξένωσης» (Rosenfeld 1988: 55).

Ταυτόχρονα, διαμέσω της γραπτής δημοσιοποίησης των ιδιωτικών αναμνήσεων, οι τελευταίες περνούν στη σφαίρα της δημόσιας μνήμης (Shapira, 1998: 40-58). Στο μεταβατικό αυτό στάδιο, η συγγραφική πένα αναδυκνείεται σε συνεργός της συγγραφέως στο βασανιστικό επαναβίωμα του τραύματος και –διαμέσω αυτού– στην (εν μέρει) λυτρωτική αποφόρτιση από αυτό:

«Όταν ανακαλώ στη μνήμη μου αυτό το κρίσιμο σημείο της ζωής μου, λέω στον εαυτό μου, ότι τώρα - τώρα... «ήγγικεν η ώρα», αυτή η ώρα που απέφευγα επί χρόνια ν’ αντιμετωπίσω σαν το χάρο μπροστά στα μάτια μου. Παράξενο όμως, σήμερα αποκτώ κάποια δύναμη γιατί (...) με σπρώχνει ο στόχος μου. Κι έτσι με το νου και με το σώμα που είναι πάντα αδιαχώριστα, η πένα μου είναι σταθερή κι έτοιμη να καταγράψει όλες τις εικόνες με λεπτομέρειες που θα ανασύρω εγώ υπεύθυνα μια-μια από το βάθος του υποσυνειδήτου, αποφασισμένη να ξαναζήσω, εκούσια τώρα, εκείνη την κόλαση από την αρχή μέχρι το τέλος». (σ. 32).

Τοιουτοτρόπως, η γραφή αναδεικνύεται σε στάδιο μεθοριακότητας (liminality) στην τελετουργική διαδικασία μετάβασης από τη λήθη στη μνήμη, από τη σιωπή στον λόγο και από την αφάνεια του αυτοβιογραφούμενου υποκειμένου στην ορατότητα. Εφαρμόζοντας το μοντέλο των τριών σταδίων της τελετουργικής διάβασης του van Gennep (1960) (αποχωρισμός, μεθοριακότητα, αφομοίωση), το συγγραφικό υποκείμενο, που ανήκει στην κατηγορία του «άλλου», δηλαδή στη μειοψηφούσα κατηγορία των επιζώντων Εβραίων του Ολοκαυτώματος (Schiffrin 2002: 309), αποχωρίζεται την ομοεθνοτική υπο-ομάδα/κοινότητα των αποσιωπούντων Εβραίων για τα βιώματα του Ολοκαυτώματος. Με τη διαδικασία της γραφής, που λαμβάνει τη μορφή ενός «ταξιδιού» στον χρόνο, τον χώρο και τη μνήμη, το συγγραφικό υποκείμενο εισέρχεται στο στάδιο της μεθοριακότητας, κατά το οποίο βρίσκεται σε μια διφορούμενη κατάσταση, ούτε εδώ ούτε εκεί, παραπαίοντας ανάμεσα στο πριν και το τώρα, χωρίς να έχει, ακόμη, εισέλθει σε μια άλλη κατάσταση ύπαρξης. Το βάπτισμα του υποκειμένου σε αυτή τη βασανιστική μεθοριακότητα, είναι αυτό που θα το βοηθήσει να περάσει στο στάδιο της ενσωμάτωσης στην ομοεθνοτική ομάδα των όσων κατάφεραν να αρθρώσουν λόγο για τα τραυματικά βιώματα του Ολοκαυτώματος και να καταστήσουν ορατές τις εμπειρίες τους αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους στο ευρύτερο κοινό.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ