Menu
18 / 11 / 2019 - 06:07 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

nahmia 9

Μαίρη Μαργαρώνη, Φιλόλογος, Κοιν. Ανθρωπολόγος Μ.Α., Υπ. Δρ Ιστορίας, Zentrum für Antisemitismus forschung Berlin

3. Η γραφή ως αναστοχαστική και μετασχηματιστική διαδικασία στη διαμόρφωση ταυτοτήτων

Η οργάνωση της γραφής (αφήγησης) του αυτοβιογραφούμενου υποκειμένου γίνεται με βάση την οργάνωση της εμπειρίας του.

Η εμπειρία της σύλληψης και του εγκλεισμού στα ναζιστικά στρατόπεδα αποτελεί ένα καθοριστικό ορόσημο, όχι μόνο στη βιο-ιστορία αλλά και στη βιοαφήγηση του συγγραφικού υποκειμένου. Η βιωμένη και η αφηγούμενη εμπειρία παρουσιάζεται abovo (από την αρχή των πραγμάτων), δομημένη, χρονικά, σε ένα ειδυλλιακό πριν (της εμπειρίας του Ολοκαυτώματος), στην ίδια την εφιαλτική εμπειρία του Ολοκαυτώματος και σε ένα ισχνό μετά (της εμπειρίας αυτής).

3.1. Γράφοντας για το πριν της εμπειρίας του Ολοκαυτώματος

Έχοντας δομήσει τη βιοαφήγηση, με βάση τον τριπλό χρονικό άξονα «πριν-κατά τη διάρκεια-μετά (το Ολοκαύτωμα)», το απώτερο παρελθόν, που αντιστοιχεί στην παιδική και εφηβική ηλικία της συγγραφέως, παρουσιάζεται εξιδανικευμένο και ειδυλλιακό, μετά την εμπειρία του Ολοκαυτώματος:

«Σε μια Βυζαντινή πολιτεία της Μακεδονίας, που είναι σαν μια μικρή χερσόνησος, λουσμένη απ’ τα ήσυχα νερά της όμορφης λίμνης, ο νους μου κι η ψυχή μου τρέχουν και ταξιδεύουν... για να βρεθώ μικρό κι ανέμελο κοριτσάκι. [...] Θεέ μου, σ’ όλη αυτήν την ομορφιά την πολυαγαπημένη, θέλω πολύ ν’ απλώσω τα χέρια μου και ν’ αγκαλιάσω σφιχτά, για να γίνω ένα μ’ αυτά... Εγώ κι ο τόπος μου όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα κι αγάπησα.» (σ. 17).

Μέσα από τη συγγραφική διαδικασία, καλλιεργείται ο αναστοχασμός για τη διαμόρφωση της ταυτότητας του βιοαφηγούμενου υποκειμένου. Αρχικά πρόκειται για μια θρησκευτική-εθνοπολιτισμική ταυτότητα, μη ακόμη εσωτερικευμένη:

«Νάσου μια μέρα μόλις γεννηθείς, κι αισθάνεσαι επάνω σου μια ταμπέλα κολλημένη από τους γονείς σου, διότι οι δικοί τους γονείς βάλανε σ’ αυτούς την ίδια. Η δική μου ταμπέλα έλεγε: «Είσαι Εβραία». Μου έπεφτε κάπως βαριά επάνω μου... Το θυμάμαι όσο μεγάλωνα που είχα πολλά «πρέπει» επάνω στους ώμους μου.» (σ. 18).

nahmia 8

Παράλληλα, με τη διαμόρφωση της εθνοτικής ταυτότητας, η συγγραφέας αναστοχάζεται τη διαμόρφωση της εθνικής της ταυτότητας, στην οποία συνέβαλλε, τα μέγιστα, η τυπική εκπαίδευση:

«Στο Γυμνάσιο μόλις μπήκα, εγκατέλειψα τελείως τα Εβραϊκά μου. Άλλαξα... ή μάλλον πήρα κι άλλους προγόνους επάνω μου. Γιατί όχι; Κι αυτή τη φορά ήσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι: Σωκράτης, Πλάτωνας, Σοφοκλής, Θουκιδίδης, Όμηρος.» (σ. 22).

Μέσα από τη διαδικασία της γραφής, η συγγραφέας επιδιώκει, σε νοητικό επίπεδο, την αποκατάσταση των διακοινοτικών σχέσεων Ορθοδόξων και Εβραίων, τουλάχιστον, όσον αφορά την κατασκευή της δικής της βιο-ιστορίας και βιοαφήγησης:

«Εβραιοπούλες στο Γυμνάσιο ήμασταν λίγες. Το «μπουκέτο λουλούδια» έτσι μας αποκαλούσαν οι ξένοι μας καθηγητές, κι οι Καστοριανοί χωρίς εξαίρεση, που μας συμπαθούσαν. Σ’ όλες τις σχολικές εκδηλώσεις ήμασταν πρώτες. Θυμάμαι στις παρελάσεις, ειδικώς στη γιορτή του Αγίου Μηνά, 11η Νοεμβρίου, ημέρα απελευθέρωσης της Καστοριάς από τους Τούρκους. Εμείς πρώτες στη σειρά, ακόμα και σημαιοφόροι, μας καμάρωναν και καμαρώναμε!» (σ. 22).

Η εξιδανίκευση του μακρινού αυτού παρελθόντος στηρίζεται, κυρίως, στις αφηγηματικές τεχνικές, αφενός, της αποσιώπησης τυχόν παραφωνιών, στη βιωμένη και αφηγούμενη εμπειρία, και, αφετέρου, της ομογενοποιημένης παρουσίασης δράσεων και δρώντων.

Αφενός, ο αυτοβιογραφικός λόγος ακολουθεί το μοντέλο της ωραιοποιημένης παρουσίασης των διακοινοτικών σχέσεων, που, εμμένει στην αρμονία και την απρόσκωπτη εγκαρδιότητα μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων. Σύμφωνα με την επίσημη ιστορική εκδοχή και τον δημόσιο λόγο που αρθρώνεται, στα προπολεμικά χρόνια,«η συμπάθεια των Χριστιανών Καστοριανών εκδηλωνόταν πάντοτε πλούσια, ανεπιφύλακτη κι αυθόρμητη για τους Εβραίους φίλους τους» (Γιαννούσης 1981: 17· Βέργου-Γκαμπέση 1997: 7). Τοιουτοτρόπως, αποσιωπούνται οι δύσκολες πλευρές της διακοινοτικής συμβίωσης, που, χωρίς να αποτελούν, οπωσδήποτε, έναν διαχρονικό κανόνα για την τοπική Καστοριανή κοινωνία, αποτελούσαν, επίσης, μέρος της πραγματικότητας. Και στην Καστοριά, το 1879 και το 1908, διατυπώθηκαν οι κοινότυπες «συκοφαντίες αίματος», που είχαν ως αφορμή –μεταξύ άλλων– τον οικονομικό και εθνοπολιτισμικό ανταγωνισμό Χριστιανών και Εβραίων. Υπήρξαν, επίσης, διακοινοτικές προστριβές, εξαιτίας της καθιέρωσης του Καστοριανού παζαριού, το Σάββατο, μη εργάσιμη μέρα για τους Εβραίους. Γνωστά ήταν και τα αντιεβραϊκά επεισόδια, που έλαβαν χώρα, το 1934, και οφείλονταν σε μισαλλόδοξες εκδηλώσεις της φασιστικής οργάνωσης Τρία Έψιλον.

nahmia 10

Επίσης, το υφέρπον αντισημιτικό κλίμα οδήγησε αρκετούς Καστοριανούς Εβραίους, τη δεκαετία του 1930, να στείλουν τα παιδιά τους μακριά από την Ελλάδα, στην τότε Παλαιστίνη, στη Σχολή Αγροτικής Εκπαίδευσης Mikve Israel. Εξίσου σημαντικό, τουλάχιστον σε συμβολικό επίπεδο, είναι η λεηλασία και η δήωση της συναγωγής από Χριστιανούς της πόλης, μετά την εκτόπιση σχεδόν ολόκληρου του εβραϊκού πληθυσμού, στα ναζιστικά στρατόπεδα (Παπαστρατής 2010: 32-33, 35, 39· Αλβανός 2011: 352-378· Κωστόπουλος 2013: 4-8).

Αφετέρου, η συγγραφέας πριμοδοτεί μία ομογενοποιημένη αφήγηση για δράσεις και δρώντες, στην οποία δεν υπάρχουν περιθώρια παρουσίασης τυχόν ενδο-ομαδικών διαφοροποιήσεων. Η εβραϊκή ομάδα προσλαμβάνεται, στην ολότητά της, ως θύμα. Σε αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο δε δύναται να εγγραφεί λ.χ. η ύπαρξη της (έστω και μεμονωμένης περίπτωσης της) εκ των έσω προδοσίας, από τον Καστοριανό Εβραίο, Ζακ Αλμπάλα, που γεννήθηκε στην Καστοριά και, εν συνεχεία, έζησε, πολλά χρόνια, στη Βιέννη. Ο Αλμπάλα συνεργάστηκε φανερά με τους Ναζί, στον εκτοπισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, της Βέροιας και άλλων πόλεων, και, εν τέλει, το 1946, καταδικάστηκε, ως καταδότης, σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση (Φλάϊσερ 1995: 302-303· Παπαστρατής 2010: 48).

3.2. Γράφοντας για την εφιαλτική εμπειρία του Ολοκαυτώματος

Η ειδυλλιακά ανασυγκροτημένη, προπολεμική εμπειρία της συγγραφέως λαμβάνει τέλος με την έναρξη του πολέμου. Μια σειρά τραγικών περιστατικών πυκνώνει την εμπειρία της μετάβασης, από το εξιδανικευμένο παρελθόν, στο εφιαλτικό παρόν του Ολοκαυτώματος: η απόπειρα οικογενειακής απόδρασης στα βουνά, με τους αντάρτες, προς αναζήτηση σωτηρίας· η σύλληψη και ο εγκλεισμός της συγγραφέως και της οικογένειάς της, στην Καστοριά· η μεταφορά των Καστοριανών Εβραίων στη Θεσσαλονίκη και, από εκεί, διαμέσου της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Αυστρίας, στο στρατόπεδο του Auschwitz-Birkenau.

nahmia 11

Μέσα από την αναστοχαστική γραφή «οριακών εμπειριών ζωής», συζητούνται, επανειλημμένα, ζητήματα που αφορούν την ακύρωση της ταυτότητας του αυτοβιογραφούμενου υποκειμένου, η οποία (ακύρωση) πραγματοποιείται μέσα από ποικίλες τελετουργικές διαδικασίες, αρχής γενομένης της άφιξης στο σταθμό του Auschwitz και του αποχωρισμού από τον έξω κόσμο αλλά και του ενδο-οικογενειακού αποχωρισμού, που ακολουθείται από το αίσθημα ανοικείωσης και ξενότητας, στον νέο τόπο:

«Στο δρόμο κάπου-κάπου συναντούσαμε μερικά γκρουπ από κακοντυμένους ανθρώπους με ριγωτές φόρμες από καναβάτσο, που μας κοιτάζανε κάπως παράξενα, σαν να ερχόμασταν από κάποιο μακρινό, γνωστό τους, προηγούμενο πλανήτη... Αλλά κι αυτοί φαίνονταν παράξενα όντα. Δε μοιάζανε με ανθρώπους. Αδύναμοι, κοκαλιάρηδες, με ξυρισμένα κρανία και γουρλωτά μάτια». (σ. 63).

Ακολουθεί η χάραξη του αριθμού (εν-σώματη μνήμη), ο οποίος, από δω και στο εξής και για όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού, θα χρησιμοποιείται, αντί του ονόματος, βασικό συστατικό της ατομικής ταυτότητας έκαστου υποκειμένου:

«Δώσ’ μου τ’ αριστερό σου μπράτσο. Να εδώ κοντά, στο βραχίονά σου, θα σου χαράξω έναν αριθμό... Τατουάζ... και να το θυμάσαι πάντα σ’ όλη σου τη ζωή. Εάν ζεις κι όσο ζεις, διότι θα προσπαθήσω να σου κάνω τον αριθμό, όσο το δυνατόν πιο μικρό για να μην είναι άσχημο» κι αμέσως με μια σύριγγα γεμάτη μελάνι, μου τρύπαγε σιγά-σιγά προσέχοντας μην πονέσω... ώσπου χάραξε το: 76859 με μισό τρίγωνο από κάτω δηλαδή το μισό άστρο του Δαβίδ που σήμαινε ότι είμαι Εβραία, κι αυτή άλλωστε ήταν η μόνη κατηγορία μου». (σ. 64).

Η συνεχιζόμενη απόπειρα των Ναζί για ακύρωση της ατομικής ταυτότητας των εγκλείστων φαίνεται να αποβαίνει επιτυχώς:

«Σε λίγα λεπτά μεταμορφωμένες σαν κανίβαλοι μας σπρώχνανε έξω για το πρώτο «Appel=μέτρημα». «Ήμασταν φρίκη! Δεν αναγνώριζα καμιά μας, αλλά ούτε και τον εαυτό μου...» (σ. 81).

Στην οδυνηρή αφήγηση των «εμπειριών οριακών καταστάσεων» που διαδραματίζουν, δίχως άλλο, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ταυτοτήτων, περιλαμβάνεται η γραφή –μεταξύ άλλων– για τα κρεματόρια, τις πολλαπλές διαλογές, τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, τις «καμινάδες γεμάτες φλόγες και τη μυρωδιά καμένης σάρκας», τα ιατρικά πειράματα του Dr Joseph Mengele, τον πνιγμό των νεογέννητων στη «Βούτα», όπως, επίσης, και για διαφορετικές πτυχές αντίστασης, όπως λ.χ. η ανατίναξη των Κρεματορίων, η εκκένωση όλου του Auschwitz και η «κούρσα του θανάτου» προς αναζήτηση της ζωής. Η γραφή δεν «αποτυπώνει» αλλά συνδιαμορφώνει την πραγματικότητα.

nahmia 12

3.3. Γράφοντας για το μετά της εμπειρίας του Ολοκαυτώματος

Η πλειοψηφία των αυτοβιογραφιών επιζώντων από το Ολοκαύτωμα περιορίζεται στην αφήγηση της ζωής των συγγραφικών υποκειμένων, πριν και, βέβαια, κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Σπανιότατα και, σε κάθε περίπτωση, λίαν συντόμως, οι αυτοβιογραφίες περιλαμβάνουν εμπειρίες των επιζώντων για τη χρονική περίοδο μετά το Ολοκαύτωμα, προφανώς για να μην μειωθεί, τυχόν, το αντίκτυπο της μοναδικότητας και της τραγικότητας των τραυματικών εμπειριών του Ολοκαυτώματος (Popkin, 2003: 58). Το ίδιο ισχύει και για το υπό συζήτηση έργο. Η συγγραφέας σταματά, ουσιαστικά, τη συγγραφή της στην τραυματική εμπειρία του Ολοκαυτώματος, μέσα από την οποία επαναδιαπραγματεύεται την ταυτότητά της (Mc CLewin 1993: 295-318), σε μια δυναμική προοπτική: η ίδια η εμπειρία της εξόντωσης και του κινδύνου του θανάτου αποτέλεσε αφόρμηση για την ίδια την ζωή. Μέσα από την αναστοχαστική γραφή, η συγγραφέας διατύπωσε και αποτύπωσε, επιγραμματικά, όλη τη βιο-ιστορία και τη βιοθεωρία της, συνάμα με βαθιά επίγνωση και αυτογνωσία:

«Στοχάστηκα όσα μου ’χαν συμβεί στη ζωή μου κι έτσι μ’ όλες τις λογής λογής εικόνες που τις ξανάβλεπα νοερά ανακατεύθηκαν και τα αισθήματά μου. Σε λίγο ένιωσα όμως κάτι ζεστό και ζωντανό μέσα μου, κι αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό; Και τότε σκέφτηκα ότι θα είναι η ζωή που είναι μέσα μου ζεστή και λαμπερή, που πέρασε απ’ τη γέννηση μέχρι το θάνατο. [...] Αυτό το κορμί που επέζησε, είχε όμως μέσα του μια ψυχή που πόνεσε πολύ, που πέρασε μεγάλη δυστυχία, απογοήτευση, αδικία, πόνο, προδοσία, αρρώστια, εγκλήματα αλλά συγχρόνως απέκτησε πολλή πολλή δύναμη [...] Και σκέφθηκα πως κανένας δε θα τα καταλάβει αυτά, εάν δεν τα χει ζήσει ο ίδιος σαν κι εμένα τόσο έντονα. Διότι εγώ, ήμουν πολύ πλούσια σε αγώνα και πολύ πλούσια σε πόνο, γιατί εγώ ήμουν πολύ πλούσια σε ζωή». (σ. 221).

Συμπερασματική σύνοψη

Στο αυτοβιογραφικό έργο της Μπέρρυ Ναχμία, Κραυγή για το αύριο. 76859..., η γραφή για «εμπειρίες οριακών καταστάσεων» αναδεικνύεται, αφενός, σε βάσανο, καθώς προσλαμβάνεται ως επαναβίωμα των τραυματικών βιωμάτων του Ολοκαυτώματος, αφετέρου, ως λύτρωση, καθώς αποτελεί το μεθοριακό στάδιο της μετάβασης από τη λήθη (ακούσια αποσιώπηση) στη μνήμη και από τη σιωπή στον λόγο. Πρόκειται για μια αφυπνιστική γραφή που δεν επιδιώκει, απλά και μόνο, στην ξερή μετάδοση γνώσεων για το Ολοκαύτωμα, αλλά στην κατασκευή της συλλογικής και διαγενεακής μνήμης, στη διδασκαλία μαθημάτων ηθικής και ανθρωπιάς, στη συμβολή, στη διάδοση της κουλτούρας της ειρήνης και της καταπάταξης της κουλτούρας της βίας και των συστημάτων εξουσίας. Χωρίς να «αποτυπώνει» την πραγματικότητα, τη συνδιαμορφώνει, δημιουργώντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις για αναστοχαστική και μετασχηματιστική ανασυγκρότηση ταυτοτήτων.

Πρωτογενής πηγή

Ναχμία, Μπ. (1989). Κραυγή για το αύριο. 76859... Αθήνα: Κάκτος.

Περίληψη

Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει πτυχές που αφορούν ζητήματα δημιουργικής γραφής, στο αυτοβιογραφικό έργο της Μπέρρυ Ναχμία, Κραυγή για το αύριο. 76859... Κάνοντας χρήση της μεθόδου της ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου, εξετάζω ζητήματα που αφορούν τη γραφή σε συνάρτηση με τη μνήμη και τη δημοσιοποίηση «εμπειριών οριακών καταστάσεων»· τη γραφή ως έμφυλο, αυτοβιογραφικό και ιστοριογραφικό λόγο, που συμβάλλει στην ανάδειξη της ιστορίας «από τα κάτω», σε διάφορες εκφάνσεις της· τη γραφή ως πολιτισμικό γεγονός διαχείρισης βιωμάτων, που εγγράφονται στην κουλτούρα της βίας, των συστημάτων εποπτείας και βασανισμού και των σχέσεων εξουσίας· τη γραφή ως περιπέτεια διττού χαρακτήρα, δηλαδή τόσο ως βάσανος όσο και ως λύτρωση· τη γραφή ως δύναμη ή αδυναμία αναπαράστασης της «πραγματικότητας», ως συν-διαμορφωτικός της παράγοντας και, σε κάθε περίπτωση, ως στάδιο μεθοριακότητας στην τελετουργική διαδικασία μετάβασης από τη λήθη στη μνήμη, από τη σιωπή στον λόγο και από την αφάνεια στην ορατότητα· και, τέλος, τη γραφή ως αναστοχαστική και μετασχηματιστική διαδικασία στη συγκρότηση ταυτοτήτων.

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Αλβανός, Ρ. (2011). Κοινωνικές και πολιτικές όψεις της συνύπαρξης Χριστιανών και Εβραίων, στο Γ. Αντωνίου, Σ. Δορδανάς, Ν. Ζάικος & Μ. Μαραντζίδης (επιμ.) (σσ. 352-378), Το ολοκαύτωμα στα Βαλκάνια. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Αμπατζοπούλου, Φ. (1993). Το ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων. Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Έτζ Αχαΐμ & Παρατηρητής.

Βαν Μπούσχοτεν, Ρ. (χ.χ.) Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950) (Λαϊκός Πολιτισμός – Τοπικές Κοινωνίες). Αθήνα: Πλέθρον.

Βέργου-Γκαμπέση Μ. (Ιαν.-Φεβ. 1997). Οι Εβραίοι της Καστοριάς. Χρονικά147: 3-7.

Γιαννούσης Δ. (Σεπτ. 1981). Οι Εβραίοι της Καστοριάς. Χρονικά 41: 10-19.

Ενεπεκίδης, Π. (1969). Οι διωγμοί των Εβραίων εν Ελλάδι, 1941-1944. Aθήνα: Παπαζήσης.

Κούνιο-Αμαρίλιο, Έ. & Ναρ, Αλμπέρτος (1998). Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα (επιμ. – επίμετρο: Φ. Αμπατζοπούλου). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.

Κωστόπουλος, Β. (Ιούλ.-Σεπτ. 2013). Η Εβραϊκή Κοινότητα της Καστοριάς τα τελευταία χρόνια. Χρονικά, 36/241: 4-8.

Μαρκέτος, Σ. (Ιούλ.-Δεκ. 1994). Έθνος χωρίς Εβραίους: απόψεις της ιστοριογραφικής κατασκευής του ελληνισμού. Σύγχρονα θέματα, 52-53 (Αφιέρωμα:Εβραίοι στην Ελλάδα. Προσεγγίσεις σε μια ιστορία των νεοελληνικών μειονοτήτων): 52-69.

Mazower, M. (1993). Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής. Aθήνα: Aλεξάνδρεια.

Molho, M. (επιμ.) (1976). In Memoriam. Αφιέρωμα εις μνήμην των Iσραηλιτών θυμάτων του Ναζισμού εν Ελλάδι. Θεσσαλονίκη: Ισραηλητική Κοινότητα.

Νατζαρή, Μ. (1991). Χρονικό 1941-1945 (παρουσίαση Φ. Αμπατζοπούλου – επιμ. Ε. Ελεγμίτου) Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Ετς Αχαΐμ.

Νόβιτς, Μ. (1985). Το πέρασμα των βαρβάρων. Συμβολή στην ιστορία του εκτοπισμού και της αντίστασης των Ελλήνων Εβραίων. Αθήνα: Σύνδεσμος Φιλίας «Ελλάς-Ισραήλ».

Παπαστρατής, Θ. (2010). Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη... Ιστορία των Εβραίων της Καστοριάς. Αθήνα: Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος.

Φλάισερ, Χ. (1995). Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τόμ. Β. Αθήνα: Παπαζήση.

Ξενόγλωσση

Brauner, D. (2001). Breaking the Silences: Jewish-American Women Writing the Holocaust. The Yearbook of English Studies 31 (North American Short Stories and Short Fictions): 24-38.

Browning, Ch. (2003). Collected Memories: Holocaust Memories and Postwar Testimony. Madison: University of Wisconsin Press.

Cutler, R. (1958) The Autobiography as Creative Writing. College Composition and Communication 9/1: 38-41.

Ellis, C. & Bochner, A. (20002). Autoethnography, Personal Narrative, Reflexivity: Researcher as Subject, in N. Denzin & Y. Lincoln (eds) (pp. 733-768), Handbook of Qualitative Research. Thousand Oaks/CA: Sage.

Epstein, L. (1988). Writing about the Holocaust, in B. Lang (ed.) (pp. 261-270), Writing and the Holocaust. New York: Holmes & Meier Publishers.

Eyal, G. (2004). Identity and Trauma: Two Forms of the Will to Memory. History and Memory 16/1: 5-36.

Field, S. (2006). Beyond ‘Healing’: Trauma, Oral History and Regeneration. Oral History 34/1(Oral History and ‘Healing’?): 31-42.

Homans, M. (2006). Adoption Narratives, Trauma, and Origins. Narrative 14/1: 4-26.

Kitroeff, A. (Fall, 1985). Documents: The Jews in Greece, 1941-44: Eyewitness Accounts. Journal of the Hellenic Diaspora 7/3: 5-32.

Kushner, T. (2001). Oral History at the Extremes of Human Experience: Holocaust Testimony in a Museum Setting, Oral History 29/2 (Hidden Histories): 83-94.

La Capra, D. (2001). Writing History, Writing Trauma. Baltimore: Johns Hopkins University Press.

Lang, B. (Winter, 1996). Holocaust Memory and Revenge: The Presence of the Past. Jewish Social Studies, New Series, 2/2: 1-20.

Langer, L. (1975) The Holocaust and the Literary Imagination. New Haven/CT: Yale University Press.

Langer, L. (1991). Holocaust Testimonies: The Ruins of Memory. New Haven & London: Yale University Press.

Lazar, A. & Litvak-Hirsch, T. (2009). Cultural Trauma as a Potential Symbolic Boundary. International Journal of Politics, Culture, and Society 22/2 (Special Issue: Memory and Media Space): 183-190.

McAdams, D. (2001). The Psychology of Life Stories. Rewiev of General Psychology 5/2: 100-122.

McC Lewin, C. (1992). The Holocaust: Anthropological Possibilities and the Dilemma of Representation. American Anthropologist 94: 161-166.

McC Lewin, C. (1993). Negotiated Selves in the Holocaust. Ethos 21/3: 295-318.

Molho, M. (1938). Histoire des Israelites de Kastoria. Thessaloniki: S. Behar.

Novick, P. (2003). The American National Narrative of the Holocaust: There Isn’t Any. New German Critique 90 (Taboo, Trauma, Holocaust): 27-35.

Ofer, D. (2009). The Past That Does Not Pass: Israelis and Holocaust Memory. Israel Studies. Israelis and the Holocaust: Scars Cry out for Healing 14/1: 1-35.

Popkin, J. (2003). Holocaust Memories, Historians’ Memoirs: First-Person Narrative and the Memory of the Holocaust.History and Memory 15/1: 49-84.

Reading, A. (2002). The social Inheritance of the Holocaust: Gender, Culture and Memory. Hampshire & New York: Palgrave Macmillan.

Rosenfeld, A. (1988). A Double Dying. Bloomington: Indiana University Press.

Schiffrin, D. (2002). Mother and Friends in a Holocaust Life Story. Language in Society 31/3: 309-353.

Shapira, A. (1998) The Holocaust: Private Memories, Public Memory. Jewish Social Studies, New Series 4/2: 40-58.

Sicher, E. (2000). The Future of the Past: Countermemory and Postmemory in Contemporary American Post-Holocaust Narratives. History and Memory 12/2: 56-91.

Stein, A. (2009). “As Far as They Knew I Came from France”: Stigma, Passing, and Not Speaking about the Holocaust, Symbolic Interaction 32/1: 44-60.

Van Gennep, A. (1960). The Rites of Passage. Chicago: University of Chicago Press.

Waxman, Z. (2006). Writing the Holocaust. Identity, Testimony, Representation. Oxford: Oxford University Press.

Wistrich, R. (1997). Israel and the Holocaust Trauma. Jewish History 11/2: 13-20.

Yablonka, H. (2009). Oriental Jewry and the Holocaust: A Tri-Generational Perspective. Israel Studies, 14/1 (Israelis and the Holocaust: Scars Cry out for Healing): 94-122.

Young, J. (1988). Writing and Rewriting the Holocaust: Narrative and the Consequences of Interpretation. Bloomington/Indiana: University Press.

Πηγή: http://cwconference.web.uowm.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ