Menu
12 / 11 / 2019 - 12:22 am
A Site By Your Side
A+ A A-

oikonomidou 1

 «...ἡ ἠχὼ τῶν στόνων ὅλων τῶν ῥομαντικών γυναικών»
Βαρβάρα Ρούσσου

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Βιρτζίνια Γουλφ («Ένα δικό σου δωμάτιο») διατύπωσε μια σημαντική παρατήρηση που αφορά και την ελληνική λογοτεχνία: «...έγινε μια αλλαγή [...] και θα τη θεωρούσα μεγαλύτερης σημασίας από τις Σταυροφορίες ή από τον Πόλεμο των Ρόδων. Η γυναίκα της μεσαίας αστικής τάξης άρχισε να γράφει».

Αν και ο λογοτεχνικός χώρος δεν θα σταματήσει να είναι ανδροκρατούμενος και να παράγει τον πατριαρχικό-ηγεμονικό λόγο ενισχύοντας τη στερεότυπη αναπαράσταση της γυναίκας, εντοπίζονται τουλάχιστον είκοσι ελληνίδες που εκδίδουν αυτοτελείς ποιητικές συλλογές από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και το 1900, ενώ ακόμη περισσότερες είναι εκείνες που αρκούνται -και συχνότερα οι περιστάσεις τούς το επιβάλλουν- σε ποιήματα δημοσιευμένα στον Τύπο, ιδίως τον γυναικείο.*

Μεταξύ αυτών των πρωτοπόρων λογοτέχνιδων εξέχουσα θέση κατέχει, κατά τη γνώμη μου, η ποιήτρια Φωτεινή Οικονομίδου. Η έρευνα σε οκτώ περιοδικά απέδωσε σχεδόν σαράντα ποιήματα, αριθμό ικανό για να συστηθεί μια ποιητική συλλογή, πράγμα που δεν συνέβη ούτε ενόσω ζούσε η Οικονομίδου ούτε και μεταθανάτια από τους συγγενείς της, μολονότι δεν έλειπαν από την οικογένεια οι λόγιοι.

Η ποιήτρια γεννιέται στην Αθήνα το 1849 και έχει καταγωγή από αρχοντική γενιά με παράδοση στην παιδεία. Από νέα επιδεικνύει την ιδιαίτερη αγάπη της στα γράμματα, και κυρίως στην ποίηση. Φαίνεται ότι η νεαρή γυναίκα ζει μάλλον σχετικά απομονωμένη και δίνει την εντύπωση ότι τη βαραίνει κάποιο μυστικό, ίσως κάποιος ανεκπλήρωτος και ανανταπόδοτος έρωτας. Η Καλλιρόη Παρρέν, μια δεκαπενταετία μετά τον θάνατό της, αποτυπώνει στο άρθρο της «Φωτεινή Οικονομίδου» μια λίγο διαφορετική εικόνα: η νεαρή ποιήτρια υπήρξε το καύχημα της οικογένειάς της και επεδείκνυε το ποιητικό της τάλαντο απαγγέλλοντας τους στίχους της σε συναθροίσεις, στα κοσμικά και φιλολογικά σαλόνια που τότε ήταν του συρμού και όπου διέπρεψε ο Αχ. Παράσχος. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτή η αποφυγή της κοσμικότητας, στον βαθμό που είναι αληθής, αποτελεί ένα τέχνασμα, μια καλλιεργημένη επίπλαστη στάση στο πλαίσιο της διάχυτης μελαγχολίας που καλλιεργεί ο (αθηναϊκός) ρομαντισμός της εποχής όχι μόνον στην τέχνη αλλά και στη ζωή. Ωστόσο, οι μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τη ρεαλιστική βάση για τη μελαγχολία της ποιήτριας. Στο Αττικόν Ημερολόγιον του 1885 του Ειρηναίου Ασώπιου ανακαλύπτουμε στο ψευδώνυμο κείμενο «Πώς εγένετο ποιήτρια» στοιχεία ενός πράγματι ρομαντικού και ατυχούς έρωτα προς κάποιον ποιητή της εποχής που η κοπέλα γνώρισε στις φιλολογικές συναθροίσεις του θείου της -εννοείται παρακολουθώντας τες κρυφά- και ο οποίος συνέβαινε να είναι παντρεμένος. Ο ανομολόγητος έρωτας δεν καταπνίγηκε ούτε από την πιεστική μνηστεία που επέταξε η οικογένεια στην κοπέλα, η οποία παρέμεινε άγαμη.

oikonomidou 2

Για τον θάνατο της ποιήτριας, σε νεαρή ηλικία, ελάχιστες αναφορές υπάρχουν κι αυτές μάλλον καθυστερημένα. Η Ποικίλη Στοά αφιερώνει άρθρο της στην Οικονομίδου. Στο κείμενο αυτό ο μελαγχολικός τόνος και η διαρκής θρηνωδία της ποιήτριας αιτιολογούνται: «...η ευπαθής αυτής φύσις» ενώ η ποίησή της χαρακτηρίζεται με έμφυλα κριτήρια: «Πάσα καρδία και μάλιστα καρδία γυναικός, δύναται να ανεύρη μετά τον στόνον αυτής την ανακούφισιν και το έλεος». Η κρίση του συντάκτη αφενός αποδίδει τον καταθλιπτικό χαρακτήρα του έργου της Οικονομίδου στο ευπαθές νευρικό της σύστημα, διαδεδομένη θέση την εποχή εκείνη σχετικά με την άβυσσο της γυναικείας ψυχής, ευάλωτης σε νευρικές διαταραχές, αφετέρου εγγράφει στο έργο της Οικονομίδου τα στερεότυπα χαρακτηριστικά της ποίησης των γυναικών: ευαισθησία και συναίσθημα.

Η ακμή δημιουργίας της Οικονομίδου εκτείνεται στις -κατά Δημαρά- περιόδους «ακμής» και «παρακμής» του ελληνικού ρομαντισμού, ήτοι 1850-1870 και 1870-1880 αντίστοιχα, ιδίως στο τέλος της πρώτης περιόδου και σε όλη την παρακμιακή περίοδο.

Ακολουθώντας το πιθανό πρότυπό της, τον Δ. Παπαρρηγόπουλο, η Οικονομίδου παραμένει στο πλαίσιο της λυρικής ποίησης όπου κεντρική θέση κατέχει ο έρωτας, με όλα τα ρομαντικά παρακολουθήματά του. Η Παρρέν θεωρεί μάλλον ως ποιητικό της ιδεώδες τον Παράσχο. Ωστόσο, η ερωτική ποίηση του Παράσχου διαφέρει στη ρητορική της από την ποίηση της Οικονομίδου, ενώ η θανατολαγνεία του Παράσχου δεν υπάρχει σε τέτοιον βαθμό στην ποιήτρια. Όμοια ελλείπουν οι βυρωνικές αναφορές και τα πρότυπα του Παράσχου.

oikonomidou 3

Άξιο ιδιαίτερης μνείας, μεταξύ άλλων, είναι το ποίημα της Οικονομίδου «Σφάλλω;», με το οποίο η ποιήτρια τοποθετείται έναντι των αντρικών αντιλήψεων για τον γυναικείο ρόλο αλλά και έναντι όσων γυναικών αποδέχονται τη θέση τους ως απαράβατη μοίρα. Ό,τι την διαχωρίζει από τις άλλες είναι η άρνησή της να αποδεχτεί τις επιβεβλημένες κι απόλυτα δεσμευτικές κοινωνικές συμβάσεις που της στερούν τον αυτοπροσδιορισμό. Παράλληλα, στο ποίημα η ποιήτρια αυτοπροσδιορίζεται ως δημιουργός, ονομάζει συνειδητά την πράξη της γραφής.

Ήδη, από την πρώτη στροφή, η Οικονομίδου εκφράζει την απαγορευμένη ροπή στην ποίηση, τη μόνη της αγάπη που διαστρέφει ωστόσο την προσδοκώμενη-επιθυμητή από την κοινωνία γυναικεία τάση: τη μητρότητα και τον εγκλεισμό στο σπίτι. Η επιθυμία, που τίθεται στους δύο πρώτους στίχους υπό μορφή διστακτικής υπόθεσης, συνεχίζεται εντονότερα στους επόμενους, όπου η ψυχή της γυναίκας-ποιήτριας αποδίδεται: «Το στήθος ανεφίκτων επιθυμιών ταμείον» εφόσον είναι δεδομένη η άρνηση της πατριαρχικής οικογένειας και του περίγυρου στις επιθυμίες της ποιήτριας για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Ο τελευταίος στίχος της πρώτης στροφής αποτυπώνει τον διχασμό ανάμεσα στη βαθύτερη επιθυμία και την ανάγκη προσαρμογής στα κοινωνικά ζητούμενα: Αν αδυνατώ ζητούσα εμαυτήν να μεταβάλω. Παράλληλα, μετριάζεται με αυτόν τον στίχο η παράλογη (κατά τους άλλους και όχι κατά τη γνώμη της ποιήτριας) λατρεία στην ποίηση και η εμμονή στο όνειρο μιας άλλης ζωής που αποτυπώνονται παραπάνω.

Στη δεύτερη στροφή όμως εγκαταλείπεται κάθε δισταγμός και δηλώνεται απερίφραστα όχι μόνον η αντίθεση αλλά και η βαθιά αποστροφή στους κοινωνικούς κανόνες που διέπουν τη ζωή της γυναίκας και περιορίζουν τα συναισθήματά της και τις επιθυμίες της σε ένα λογικό ετεροκαθορισμένο πλαίσιο. Η στροφή αυτή ανατρέπει το προσδοκώμενο από τους άντρες πρότυπο της γυναίκας οικοδέσποινας, ενώ το εγώ της ποιήτριας, που συνειδητοποιεί τη διαφορετικότητά της, όχι μόνον από τους άντρες αλλά και από όμοιές της που αποδέχτηκαν την υποταγή, προβάλλεται έντονα. Η Οικονομίδου ρητά προτείνει την ταυτότητά της και εκφράζεται ως γυναικεία φωνή. Η τρίτη στροφή συνεχίζεται με παρομοίωση (όπως το πτηνόν του δάσους αν κλεισθη εντός κλωβίου / ...) αλλά δεν απαλύνεται η έκφραση της καταπίεσης και του πόθου για ελευθερία.

oikonomidou 4

Στην τέταρτη στροφή η εκφραστική ένταση φθίνει έως την τελευταία στροφή, όπου η Οικονομίδου επιστρέφει στο προσφιλές της θέμα των θρηνητικών ασμάτων της και του πόνου (βλ. ποιημάτων΄ διανύουμε φυσικά την περίοδο όπου ποίημα και τραγούδι συμπίπτουν). Υπενθυμίζει ήπια στο τέλος με τη μετοχή «δεσμευμένη» την αιτία της αναπόδραστης θλίψης της. Η τελευταία αυτή στροφή αποκαλύπτει, σε τόνο απολογητικό, ξανά τον ενοχικό διχασμό της ποιήτριας ανάμεσα στην επιθυμία και τον κοινωνικό καταναγκασμό, ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει.

Στο «Σφάλλω;» κύριο στοιχείο αποτελεί η επανάληψη, στο τέλος κάθε στροφής, του ρήματος σφάλλω σε ερωτηματική μορφή, το οποίο στην τελευταία στροφή παρατίθεται δύο φορές και στο τέλος, ως κατακλείδα γενικής ρήσης (Ο αλγών ανίσως πόνου, αλγηδόνος φωνήν βάλλη) μετατρέπεται σε σφάλλει. Η επανάληψη μπορεί να ερμηνευτεί διττά: ως ειρωνική ρητορική ερώτηση που δεν επιζητεί την κατάφαση ή την άρνηση από τους -κυρίως- άντρες αναγνώστες, αλλά επιτείνει τη διαμαρτυρία προωθώντας την ώς τα όρια της διεκδίκησης. Η έλλειψη απάντησης είτε από τον άντρα-αναγνώστη είτε από τη γυναίκα-αναγνώστρια είτε από τη γυναίκα δημιουργό, και το κενό που παρεμβάλλεται μεταξύ των στροφών, αμέσως μετά το «Σφάλλω;» εγγράφονται στο ποίημα ως σιωπή. Πρόκειται για τον αντίποδα του αντρικού λόγου, ο οποίος κατακλύζει τα πάντα και αφαιρεί το δικαίωμα ύπαρξης στον γυναικείο λόγο. Ετσι, ως ειρωνεία ή σιωπή, το «Σφάλλω;» μεταβάλλεται σε κειμενική στρατηγική υπονόμευσης της αντρικής ρητορικής την οποίαν γενικά υιοθετεί η Οικονομίδου. Παράλληλα, τη διαβρωτικά ειρωνική δράση ενισχύει η συνεχής μεταποίηση του -βάλλω (μετά-, υπό-, κατά-, από-) παράγοντας μια σειρά ρημάτων που υπόρρητα δημιουργούν την εικόνα την αλλαγής και της διαφορετικότητας.

oikonomidou 5

Μια άλλη ερμηνεία του ερωτηματικού ρήματος εμφανίζει τον λόγο της Οικονομίδου πιο υποχωρητικό, περισσότερο διστακτικό και λιγότερο μαχητικό. Η επαναλαμβανόμενη ερώτηση και ιδίως η αλλαγή του ρήματος στο τέλος σε γ' ενικό και η ταύτιση της πάσχουσας γυναίκας με τον οποιονδήποτε πάσχοντα άνθρωπο επιδιώκουν τη συναίνεση του άντρα-αναγνώστη πολύ περισσότερο εφόσον η μοίρα -στην τέταρτη στροφή- είναι υπαίτια της γυναικείας δυστυχίας. Εξάλλου, το α' ενικό που κυριαρχεί μεταφέρει το ερώτημα και το όλο ζήτημα στο αυστηρά προσωπικό-ατομικό πεδίο: η Οικονομίδου είναι η μόνη που πάσχει, που δεν ανέχεται τη γυναικεία της θέση, και σαφώς η περίπτωσή της δεν γενικεύεται, επομένως το αντρικό εξουσιαστικό οικοδόμημα δεν κινδυνεύει. Ό,τι αποτυπώνει το ποίημα δεν αφορά παρά την ίδια, το δίμορφο τέρας γυναίκα-ποιήτρια.

Με βάση και τα άλλα ποιήματα της Οικονομίδου πριμοδοτώ σαφώς την πρώτη ερμηνεία, θεωρώντας ότι η ποιήτρια μολονότι έχει συνείδηση της υποκειμενικότητάς της, δεν παύει να αισθάνεται τον δισταγμό τον οποίον εκφράζει με τρόπους που μετριάζουν την απολυτότητα των λοιπών δηλώσεών της. Είναι εμφανής στο «Σφάλλω;» η ταλάντευση ανάμεσα στην ενοχή και τον θυμό, συναισθήματα που δεν επιτρέπουν την πλήρη γνώση του φύλου και τη λογοτεχνική αυτοπραγμάτωση.

Η ρητορική της δέσμευσης μέσω μεταφοράς ή παρομοίωσης είναι ένας τρόπος υποδηλωτικός της γυναικείας καταπίεσης. Το συνηθέστερο σχήμα είναι αυτό του φυλακισμένου πτηνού. Στο πλαίσιο βεβαίως του ρομαντισμού, η διαφοροποίηση και ο αποκλεισμός του ποιητή από την κοινωνία αναπαριστώνται με τέτοιους τρόπους αλλά η Οικονομίδου ταυτίζει απόλυτα το ρητορικό σχήμα με την πραγματικότητα, τη γραφή με τη βιωμένη εμπειρία της. Η μεταφορά, ως μεταφορικά μη συνειδητά σημαίνοντα -για να κάνω μια σύντομη ανάκληση του Lacan-, δίνει τη δυνατότητα στο καταπιεσμένο γυναικείο εγώ να αντικρίσει τον εαυτό του. Η αδύναμη φύση του μικρού πτηνού -και όχι για παράδειγμα η συνδήλωση ισχύος που υποβάλλει ο αετός- και η ικανότητά του να πετά, επομένως να ζει σε συνθήκες ελευθερίας, συγκινούν τη δέσμια γυναικεία ψυχή.

oikonomidou 6

Η Οικονομίδου δεν μπορεί να αξιολογηθεί αισθητικά, ακόμη και στα μέτρα του καιρού της ως μείζων ποιητική φυσιογνωμία. Η ποίησή της δεν έχει πάντοτε την ίδια πρωτοτυπία, συνήθως αυτοπεριορίζεται στον χώρο της αντρικής ρομαντικής ποιητικής. Ωστόσο, κατορθώνει να αρθρώσει σχεδόν υπερήφανα λόγο και να διεκδικήσει μια θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα της εποχής της δημιουργώντας έτσι, χωρίς φυσικά να το συνειδητοποιεί όπως και άλλες όμοιές της, το λογοτεχνικό προηγούμενο για τις επόμενες γράφουσες. Για την ίδια την Οικονομίδου δεν υπάρχει μια γυναικεία λογοτεχνική ιστορία-πρότυπο. Οι πρόγονοί της, τα ποιητικά της μοντέλα, είναι άντρες τους οποίους δεν αρνείται αλλά επιχειρεί να τεθεί ισάξια ενώπιόν τους. Τόσο το έργο όσο και ο βίος της λειτουργούν, όσο είναι δυνατόν, διαβρωτικά απέναντι στην ανδροκρατούμενη λογοτεχνία και στην οικογενειακή πατριαρχία. Τον ρόλο αυτό της αναγνωρίζει και, μεταθανάτια, η Καλλιρρόη Παρρέν, θεωρώντας την έκφραση της συλλογικής γυναικείας ψυχής, ή όπως αναφέρεται ήδη στον τίτλο «ἡ ἠχὼ τῶν στόνων ὅλων τῶν ῥομαντικών γυναικών».

oikonomidou 7

* Το κείμενο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης μελέτης σε εξέλιξη με θέμα τις ποιήτριες του 19ου αιώνα. Ο υπότιτλος σε εισαγωγικά από το άρθρο της Καλλιρρόης Παρρέν, «Φωτεινή Οικονομίδου», Εφημερίς των Κυριών τχ. 402 (11-6-1895), σ. 1-2.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://xantho.lis.upatras.gr/

Πηγή: http://www.e-poema.eu/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ